Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Tito's Murder Squads



                              

Νίκος Φ. Ζάχος, Απομεινάρια από το χαμένο ημερολόγιο



Νίκος Φ. Ζάχος
Απομεινάρια από το χαμένο ημερολόγιο

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ένα είδος προλογικής εισαγωγής στην ποιητική συλλογή του Νίκου Ζάχου « Ποιήματα » που εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1992. Αναπαρίσταται εδώ η συγκινησιακά και ψυχολογικά φορτισμένη επιστροφή του ποιητή στο χωριό του έπειτα από δεκαετίες στις φυλακές και στις εξορίες.

Όταν μου ανακοίνωσαν με τα υποκριτικά εκείνα λόγια : « Είσαι ελεύθερος να πας όπου θέλεις », για μια φευγαλέα στιγμή χάρηκα. Ύστερα, ένας κόμπος ανέβηκε απότομα στο μυαλό μου σα να ήθελε να με πνίξει. Έτρεξα έξω από τα σύνορα του χωριού, που μέχρι εκείνη τη στιγμή μου ήταν απαγορευμένα και ξέσπασα σ’ ακράτητους λυγμούς επί ώρες πολλές.
Ήταν το μοιραίο τέλος μου. Ολόκληρη αυτή η ιστορία μου θύμιζε το φοβερό σκηνικό του άγριου θεριού που παίζει σαδιστικά με το θύμα του. Ένα θύμα που, αφού το έχει πληγώσει θανάσιμα, το εγκαταλείπει « να πάει όπου θέλει… » ! Είναι η χαρά που προκαλεί ο πόνος και το αίμα σε μερικά άγρια θεριά…
Μήπως δεν μου το είπαν ξεκάθαρα και όταν βγήκα από τη φυλακή ; Επίσημα μου ανακοίνωσαν πως παρέμενα ο ίδιος αμετανόητος εχθρός τους. Μέσα σ’ ένα άθλιο, μισητό κι εχθρικό περιβάλλον, το φυσικό μου ένστικτο για επιβίωση τέντωνε ολάκερο το είναι μου μέρα με τη μέρα. Γεμάτος ψυχικές δονήσεις, ούτε το χρόνο που έφευγε καταλάβαινα, ούτε την εξάντληση, ούτε την τρομερή πείνα από την έλλειψη τροφίμων. Και τώρα ετούτοι μου λένε πως είμαι ξανά ελεύθερος. Μα για να πάω που ; Σηκώθηκα δίχως να έχω τη δύναμη να περπατήσω, τα πόδια μου δε βαστάγανε το βάρος της ψυχής μου.
Την επόμενη βρέθηκα ταξιδιώτης αγνοώντας τον προορισμό μου. Ήμουν ο κακός δαίμονας που δεν του ανοίγει κανένας την πόρτα του. Αλίμονο !
Χολιασμένος κι αμίλητος, βυθισμένος στην αλύτρωτη, αβάσταχτη θλίψη, κοιτούσα από το παράθυρο αφηρημένος, δίχως πολύ ενδιαφέρον για τα όσα γινότανε τριγύρω μου. Κάποιο μωρό έκλαιγε, ένας άλλος βλαστημούσε, πότε πότε ανέβαινε μια ξινίλα ξερατών που μου προκαλούσε αηδία. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη, ο ανηφορικός δρόμος ανάγκαζε το λεωφορείο να βογγά σκαρφαλώνοντας αργά στις ανηφοριές. Κι όμως, τίποτε δε μ’ εντυπωσίαζε. Πλάι μου περνούσαν παραλίες, βράχια, δέντρα, πεύκα αραδιασμένα στη χαράδρα των δύο βουνών που τινάζονταν ψιλά στα δύο χιλιάδες μέτρα από τη θάλασσα.
Κάποια στιγμή, τα μάτια μου καρφώθηκαν σ’ ένα απομονωμένο πεύκο, ριζωμένο στη ραχοκοκαλιά του βουνού, πάνω απ’ την απότομη χαράδρα. Η εικόνα αυτή πρόλαβε να μ’ αρπάξει από το ταξίδι των σκέψεών μου, με μια δύναμη, που μόνο τ’ αριστουργήματα θεϊκής έμπνευσης μεγάλων καλλιτεχνών μπορούν να έχουν.
Σ’ αυτή την περίπτωση, η δημιουργία, θύμιζε αποτέλεσμα τιτανικής πάλης ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ένα θεόρατο δέντρο με χοντρό και σφιγμένο κορμό. Τα μεγάλα κλωνάρια του, ανοιγμένα και στραγγαλισμένα, λες και κάποια θυμωμένα χέρια θέλησαν να ξεσκίσουν δίχως να τα καταφέρουν. Τα άλλα κλωνάρια, γυρτά σε μια προσπάθεια να στηριχτούν το ένα με το άλλο, κόντρα στη μανία του αγέρα, αν και δε φαινόταν να φυσά. Ήταν τόσο πλαστική η εικόνα αυτή που έμοιαζαν να τρέμουν κυματιστά. Είχα πράγματι την αίσθηση πως ο άνεμος ουρλιάζει θυμωμένα και πως το μεγάλο δέντρο τεντωμένο κόντρα στον άνεμο, τρέχει αγέρωχα μέσα στην αγριεμένη θύελλα σα σημαία νικηφόρα που άφοβα προχωρά μπροστά.
Μια που η ανηφοριά ήταν ατελείωτη και γεμάτη στροφές, το λεωφορείο, χωρίς να μπορεί να τρέξει ανέβαινε σιγά σιγά. Έτσι είχα το χρόνο ν’ αγναντέψω με την ησυχία μου αυτό το θαύμα. Σε κάποια στροφή αφήσαμε πίσω μας αυτή την οπτασία. Σηκώθηκα τότε απότομα κι έτρεξα προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, γεμάτο σακούλες και δέματα, για ν’ αντικρίσω ακόμη μια φορά την εκπληκτική αυτή εικόνα. Η μηχανή βούιζε, το λεωφορείο κατρακύλησε στον ίσιο δρόμο αυξάνοντας την ταχύτητά του. Σκόνταψα και μου έπεσε το καπέλο. Κάποιος φώναξε :
« - Ε ! Μπάρμπα, τι έπαθες, τρελάθηκες » ;
Όλα τα μάτια έπεσαν επάνω μου ενώ κάποιος άλλος πρόσθεσε με κακία : « Τρελός είναι. Φαίνεται και από το κουρεμένο του κεφάλι, έτσι τους κουρεύουνε μόνο στα τρελοκομεία ».
« - Α, όχι ! » - απάντησε μία άλλη φωνή, γεμάτη ειρωνεία – « Υπάρχουν κάτι μέρη πιο σπουδαία, όχι μόνο σε κουρεύουν…  »
Η συζήτηση πήρε το συνηθισμένο πολιτικό ύφος. Αντί οι άνθρωποι να βλέπουν την κακομοιριά τους και να προσκυνούν το θεό για να τους σώσει να στιγματίσουν τους υπαίτιους που τους φέρανε σ’ αυτά τα χάλια, παραβγαίνουν στο ποιος θα πει τα καλύτερα λόγια για το καθεστώς και το μεγάλο ηγέτη, τον Εμβέρ Χότζα.
Ενώ στο μεταξύ εγώ έψαχνα να βρω το καπέλο, είδα να το κλωτσάει περιφρονητικά μια καλολουστραρισμένη αρβύλα. Ένα νεαρός αξιωματικός, με επιφύλαξη από τους άλλους, μου έγνεψε με εχθρική και νευριασμένη ματιά, να πάω να πάρω το καπέλο μου απ’ τα πόδια του. Αμήχανα άρχισα να δικαιολογούμαι :
« - Το πεύκο… » -μουρμούρισα- « ξέρετε ήθελα… μου έκανε εντύπωση, ήθελα να το δω… ήτανε… »
Έβαλα το καπέλο και ξανακάθισα στη θέση μου προσπαθώντας να μην ακούω τη συζήτηση που συνέχιζε και που γινόταν για μένα φρικτά ανυπόφορη. Ένιωθα πίσω μου τον άνθρωπο αυτό, ευχαριστημένο για όσα άκουγε κι έτοιμο να μου μπήξει το μαχαίρι πισώπλατα.
« - Διαβάσατε το τελευταίο βιβλίο του συντρόφου Εμβέρ » ;
« - Αμ του μυθιστόρημα του Ισμαήλ Κανταρέ. Έγινε διάσημος κι αυτός σε όλο τον κόσμο. Μεγάλα κεφάλαια έχει τώρα η Αλβανία ».
« - Είναι το Κόμμα μας που έφερε όλα αυτά τα καλά κι έγινε η Αλβανία μπαξές ανθισμένος μωρέ σύντροφε ».
Έξω, μπροστά μας, άπλωνε ένα απέραντο σεντόνι το σύννεφο που σκέπαζε την Ιόνια θάλασσα και το λεωφορείο έμοιαζε αεροπλάνο που πετούσε πάνω απ’ τα σύννεφα. Οι κουβέντες με τα ωσαννά για το Κόμμα και το δίδυμο Χότζα-Κανταρέ κοπήκανε. Σιγά σιγά μπαίναμε στην αντάρα που ερχόταν καταπάνω μας. Υπήρχε κίνδυνος να κατρακυλήσουμε στο γκρεμό. Η αντάρα βάδιζε δροσερή και αδιάφορη για όλα εκείνα τα ανούσια που απασχολούσαν τους ανθρώπους. Βυθίστηκα στους συλλογισμούς μου. Ίσως, έλεγα, η αντάρα ετούτη να βιάζεται να πάει στο καρφωμένο πεύκο, όπως τον Προμηθέα στον Καύκασο, για να το δροσίσει και να σβήσει τη δίψα του, να πλύνει τις αιώνιες πληγές του.
Όλη ετούτη η εικόνα του πεύκου, το φυσικό αυτό μνημείο, με συγκίνησε, με δόνησε, με φώτισε, μου έφερε το ζωντανό μήνυμα της ζωής.  Με έλουσε με τη χ α ρ ά   τ η ς   π ά λ η ς   π ο υ   α ξ ί ζ ε ι   να   τ η ν   κ ά μ ε ι ς ,   ό τ α ν   α ι σ θ ά ν ε σ α ι   ά ν θ ρ ω π ο ς   μ ε   ι δ α ν ι κ ά   κ αι     π ρ ο σδ ο κ ί ε ς.
Τέλος πάντων, πέρασα τη Χειμάρρα, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και την Αυλώνα κάνοντας έτσι ένα κυκλικό ταξίδι, αποφεύγοντας να χτυπήσω τις πόρτες που ζούσαν οι δικοί μου ξέροντας πως άμα το έκανα θα τους έβαζα φωτιά. Να φύγω από βουνά και από θάλασσα ήταν πια αδύνατο. Αποφάσισα να επιστρέψω στη σκλαβιά μου, απομονωμένος εντελώς, επί δεκαετίες, από τη μητρική μου γλώσσα και τα ελληνικά γράμματα. Ήμουν όμως αποφασισμένος να συνεχίσω το έργο μου.



Ο Νίκος Ζάχος γεννήθηκε το 1929 στο χωριό Λιούγγαρη της περιοχής Αργυροκάστρου. Οι γονείς του κηρύχθηκαν κουλιάκοι από το δικτατορικό καθεστώς και από πολύ νωρίς ο ίδιος γεύτηκε την αδικία και την παράφορη καταπίεση. Κατάφερε όμως να τελειώσει το Γυμνάσιο του Αργυροκάστρου και να παρακολουθήσει μαθήματα ραδιοτεχνίας εφόσον το σύστημα δεν του επέτρεπε ανώτερες σπουδές. Το 1948 προσπάθησε να φύγει για κολυμπώντας όμως τον συνέλαβαν και τον καταδίκασαν με 18 χρόνια φυλάκιση και καταναγκαστικά έργα, βρήκε όμως το κουράγιο να μάθει αγγλικά και ιταλικά. Τις εμπειρίες του τις κατέγραψε σ’ ένα ημερολόγιο που έβγαλε κρυφά από τη φυλακή. Στην προσπάθειά του να το περισώσει από την Ασφάλεια το έθαψε μέσα στη γη περιμένοντας την ημέρα της Ελευθερίας. Δυστυχώς αυτό το ημερολόγιο δεν το βρήκε ποτέ. Έζησε σε πολλούς τόπους εξόριστος ενώ ξαναφυλακίστηκε για δεύτερη φορά. Το 1991 έφυγε στην Κέρκυρα όπου εξέδωσε συλλογή ποιημάτων εξυμνώντας την ελευθερία, την πατρίδα και τις πανανθρώπινες αξίες της ζωής.

Fatos Lubonja: Στο δέκατο έβδομο έτος (Në vitin e shtatëmbëdhjetë)



Fatos Lubonja

Στο δέκατο έβδομο έτος (Në vitin e shtatëmbëdhjetë)

Ο τίτλος του αυτοβιογραφικού ημερολογίου φυλακής του Φατός Λουμπόνια λειτουργεί αναφορικά με τον τίτλο του μυθιστορήματος  « Στο έτος 1793 » του Βικτώρ Ουγκό στο οποίο ο Γάλλος κλασσικός συγγραφέας περιγράφει τη ρευστότητα της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Με την ίδια κριτική και κοινωνική οπτική ο Λουμπόνια εστιάζει στην παρουσίαση των εξελίξεων που οδηγούν στην πτώση του κουμμουνισμού στην Αλβανία το 1991, έτος κατά το οποίο ο συγγραφέας βρίσκεται ακόμη στη φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος. Τ’ αποσπάσματα που ακολουθούν είναι οι ημερολογιακές σημειώσεις που κρατάει λίγες ημέρες πριν την αποφυλάκισή του, έπειτα από δεκαεπτά χρόνια εγκλεισμού.
26 Φεβρουαρίου 1991,
Το γράμμα που έχω στείλει στην Άννα, στο οποίο – μεταξύ των άλλων- κάνω λόγο για την εγκληματική ξεροκεφαλιά εκείνων που δεν θέλουν ακόμη να μας αποφυλακίσουν, δεν το έχει λάβει. Αλλά και το γράμμα που έστειλα στον πατέρα και τη μητέρα έφτασε με δέκα ημέρες καθυστέρηση. Φαίνεται πως έχει ενταθεί η λογοκρισία, ιδιαίτερα εναντίον όσων έχουμε απομείνει ακόμη στη φυλακή. Φαίνεται ακόμη πως επιδιώκουν απεγνωσμένα να μάθουν τι λέμε και τι σκοπεύουμε να κάνουμε μόλις αποφυλακιστούμε. Σε αυτό το γράμμα έγραψα της Άννας ότι όσον αφορά εμάς θα υπολογιστεί ως ξοφλημένος ο λογαριασμός μόνον όταν θα μας επιστραφούν όλα εκείνα τα βιαίως αρπαγμένα μας δικαιώματα και θα επανέλθει στη θέση της η τιμή και η ποδοπατημένη μας αξιοπρέπεια. Ίσως όμως το γράμμα να το έχει κρατήσει και κανένας περίεργος που επωφελείται από αυτή την αναρχία. Το χειρότερο είναι πως η απώλεια του συγκεκριμένου γράμματος ανέκοψε την επιθυμία μου για να γράψω.
       Η Άννα με τον Τέτη βρέθηκαν στα Τίρανα ανήμερα της πτώσης του μεγάλου αγάλματος. « Πήραν ως ενθύμιο » - μου γράφει η μαμά- « κάτι από την ατμόσφαιρα αυτών των ασυνήθιστων ημερών ».
     Στις περιφέρεις συνεχίζουν οι προπαγανδιστικές διαδηλώσεις του Τύπου, « Το χωριό να κυκλώσει την πόλη ». Μάλιστα, στην Κορυτσά μια ομάδα συνεταιριστών πήρε μία λευκή γύψινη προτομή του δικτάτορα και την τοποθέτησε στη θέση του γκρεμισμένου μπρούτζινου ανδριάντα. Μ’ εκνευρίζουν τόσο πολύ αυτά τα υποκριτικά συλλαλητήρια που όσο τα βλέπω τόσο μου ’ρχεται να σηκωθώ και ν’ απομακρυνθώ από την τηλεόραση για να μην αρχίσω να βρίζω και χαλάσω την ησυχία αυτών εδώ των ηλικιωμένων συγκρατουμένων. Οι μισές ειδήσεις χαρακτηρίζονται από διάθεση αποκατάστασης της χαμένης τιμής του δικτάτορα.
Πέμπτη, 28 φεβρουαρίου - ώρα 20:50,
Πήρα ένα τηλεγράφημα από τον αδερφό του Μόντη, τον Αριάν, όπου μ’ ενημερώνει ότι έχει φύγει στην Ιταλία.
Τετάρτη, 13 Μαρτίου,
Τη νύχτα με πήρε ο ύπνος κάπως αργά. Είδα ένα αλλόκοτο όνειρο. Στη Γερμανία είχαν ξεχυθεί στους δρόμους σε διαδήλωση κατά της Γαλλίας. Με κυρίευσε μια μελαγχολία. Μόλις πάει να τακτοποιηθεί η Ευρώπη, είπα με τον εαυτό μου στον ύπνο μου,  θα χαλάσει ξανά. Μου φάνηκε σάμπως τα πράγματα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας όδευαν απευθείας σε πόλεμο.
     Το πρωί άρχισα να λογαριάζω ποια πράγματα θα έπαιρνα φεύγοντας μαζί μου. Είναι δύο σάκοι με βιβλία, χειρόγραφες σημειώσεις, τετράδια και μια τσάντα με δυο-τρία ρούχα που δε θέλω να τ’ αφήσω εδώ· τα έχω ως ενθύμια φίλων. Θα πάρω το μάλλινο πλεχτό, δύο καπέλα και το προσκέφαλο που θέλω να κρατήσω σαν ανάμνηση από τη φυλακή. Έπειτα, έχω συνηθίσει τόσα χρόνια να κοιμάμαι σ’ αυτό το προσκέφαλο και ίσως εξακολουθήσω να κοιμάμαι πάνω σ’ αυτό.
     (μετφρ. Αχιλλέας Σύρμος)

Το αλβανικό γκουλάγκ (The albanian gulag: a synopsis)



Το αλβανικό γκουλάγκ (The albanian gulag: a synopsis)
Αχιλλέας Σύρμος
«Η φυλακή είναι η ποινή κάθε πολιτισμένης κοινωνίας»[1]  υποστήριζε στα 1829 στην πραγματεία του Περί Ποινικού Δικαίου ο P. Rossi, ένας διακεκριμένος ποινικολόγος των αρχών του 19ου αιώνα. Εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault θα επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει τη θέση και το ρόλο του συγκεκριμένου θεσμού. Μέσα από το μνημειώδες έργο του Επιτήρηση και τιμωρία, δικαιώνει την άποψη του Rossi διότι, πράγματι, η φυλακή σηματοδοτεί τη μετάβαση του γαλλικού μετα-επαναστατικού ποινικού συστήματος σε ηπιότερες μορφές κολασμού. Η φυλακή αντικαθιστά τη φρίκη των μεσαιωνικών δημόσιων βασανιστηρίων[2].
Ένα ποινικό απότοκο του θεσμού της φυλακής, το στρατόπεδο συγκεντρώσεως ή καταναγκαστικής εργασίας, το οποίο γεννήθηκε και διαμορφώθηκε σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετα -ως προς την ιδεολογική τους ταυτότητα- ολοκληρωτικά καθεστώτα, της Σοβιετικής Ένωσης και της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, θα αποτελέσει τον κατεξοχήν  χώρο των πολιτικών κρατουμένων, βασικών φορέων της υπό εξέταση μαρτυρίας. Η μελέτη της φύσης και της θέσης που καταλαμβάνει το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην πορεία ενός, αρχικά ευαγγελικού, πολιτικού συστήματος και μιας κοινωνίας ανθρώπων προς τον απόλυτο ολοκληρωτισμό, συνυφαίνεται, ως ένα σημαντικό βαθμό, με τη μελέτη της μαρτυρίας που παρήχθη εντός του. Το αλβανικό γκουλάγκ, ως απότοκο του σταλινικού, σηματοδοτεί αντιστρόφως τη μετάβαση ενός ολοκληρωτικού δικαστικού συστήματος προς πιο βίαιες μορφές κολασμού για τους υπηκόους του, καθιστώντας το κράτος πολιτισμικά και ανθρωπιστικά εκβαρβαρισμένο.
Πέντε εκατομμύρια εικοσιπέντε χιλιάδες χρόνια υπολογίζεται ότι είναι περίπου ο συνολικός αριθμός των ποινικών ετών φυλάκισης, εξορίας και εγκλεισμού σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που επέβαλλαν τα δικαστήρια του κομμουνιστικού καθεστώτος σε, σχεδόν, εφτακόσιες είκοσι χιλιάδες πολίτες  -γύρω στο ένα τέταρτο του πληθυσμού- της Κομμουνιστικής Αλβανίας[3]. Παράλληλα, εκδόθηκαν από τις δικαστικές αρχές πέντε χιλιάδες πεντακόσιες εβδομήντα εφτά θανατικές καταδίκες χωρίς να συνυπολογίζεται ο αριθμός των θανάτων στις φυλακές, τα στρατόπεδα και στους τόπους εξορίας που εκτοξεύει δραματικά τα ποσοστά. Ο ακριβής υπολογισμός των θυμάτων καθίσταται αδύνατος καθώς, σημειωτέον, η Αλβανία παραμένει ακόμη, κατά τη στιγμή συγγραφής αυτής της μελέτης, το μόνο πρώην σοσιαλιστικό κράτος της Ανατολικής Ευρώπης που δεν έχει θεσμοθετήσει το νομικό πλαίσιο ανοίγματος των μυστικών αρχείων του προηγούμενου καθεστώτος.
Κατά τον ιστορικό, πρώην πολιτικό κρατούμενο, Agim Musta, η ιστορία του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας είναι συνυφασμένη με την ιστορία του συστήματος στρατοπέδων της. Στη μελέτη του Οι φυλακές στο κράτος-φυλακή[4] διαπιστώνει την ύπαρξη τριών βασικών τεχνικών κολασμού, πέραν της θανατικής ποινής, για την κατηγορία του πολιτικού εγκλήματος (krime politike): τη φυλακή, τις ζώνες ή στρατόπεδα εξορίας και τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας διάσπαρτα κατά μήκος της χώρας, άλλοτε στα περίχωρα των πόλεων -στο οπτικό πεδίο των πολιτών- και άλλοτε καταχωνιασμένα στις δύσβατες ορεινές χαράδρες του παγωμένου Βορρά.
Ας σημειωθεί ότι η οικοδόμηση και η κατασκευή της συντριπτικής πλειοψηφίας των δημόσιων έργων της χώρας προήλθε από την καταναγκαστική εργασία των πολιτικών κρατουμένων του καθεστώτος. Τα περισσότερα από αυτά τα στρατόπεδα, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960, μετακινούνταν ανάλογα με το γενικότερο σχέδιο υποδομών του πενταετούς πλάνου που καταρτιζόταν στο εκάστοτε συνέδριο του Κόμματος. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ο Maks Velo χαρακτηρίζει όλες τις σοσιαλιστικές δημόσιες κατασκευές ως απομεινάρια της βίας και του εξαναγκασμού: «Τα βιομηχανικά συμπλέγματα, τα μηχανουργεία, τα εργοστάσια είναι τα ορατά ανενταφίαστα πτώματα του σοσιαλισμού. Αυτά τα έργα του πενταετούς πλάνου είναι προϊόν μιας ειλωτικής εργασίας ενός παραληρηματικού συστήματος. Αυτά μπορούν να συγκριθούν μόνο με τις πυραμίδες. Αυτές οι γιγάντιες κατασκευές είναι τα απολιθώματα μιας πρωτόγονης περιόδου σ’ έναν μοντέρνο καιρό»[5].
Συνήθως, κάποιος κατηγορούμενος ως «πολιτικός εγκληματίας» από το καθεστώς θα βίωνε την εμπειρία και των τριών μορφών κολασμού που ορίζει ο Musta, μια εμπειρία «θανατοπολιτικής» όπου οι συνθήκες εγκλεισμού, ακόμα και ο θάνατος των ανθρώπων, όπως το θέτει ο Olivier Razac στο δοκίμιό του για την πολιτική ιστορία του συρματοπλέγματος, είναι αδιαχώριστα «από την έσχατη υποτίμησή τους και από τον μετασχηματισμό τους σε μια απανθρωποποιημένη ζώσα/επιβιώνουσα ύλη»[6].



[1] Rossi P., Περί Ποινικού Δικαίου, 1829.
[2] Ο.π., Foucault.
[3] Kaso Pëllumb - Sula Haxhi,  Diktatura : Akuza dhe apologjia : 2.400.000 vite burg, 600.000 vite internim,2.025.000 vite pune e detyruar, Tirane : Alta, 1995. Ο αριθμός αυτός αφορά και στις οικογένειες των άμεσα καταδικασθέντων που υπόκειντο σε μακρόχρονη εξορία. Σύμφωνα με άλλους μελετητές, όπως ο Musta και ο Zhiti, ο αριθμός μπορεί να είναι μικρότερος.
[4] Musta  Agim, Burgjet e shtetit-burg: historia e shkurtër e burgjeve shqiptare të kohës së diktaturës komuniste, bot. Toena, Tiranë 1999.
[5] Velo Maks, Ese për diktaturën-Essay on Communist Dictatorship,  Shtëpia Botuese "55",  Tiranë 2003, σ. 28.
[6] Razac Olivier, Πολιτική ιστορία του συρματοπλέγματος : Το λιβάδι, το χαράκωμα, το στρατόπεδο, μτφρ. Διονύσης Παπαδουκάκης, Αθήνα : Βάνιας, 2008.