Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Tzvetan Todorov: Invisible walls


Tzvetan Todorov, «Τα αόρατα τείχη είναι αδιαπέραστα»,  Ελευθεροτυπία  14/10/2009

 
Πριν από είκοσι χρόνια, το Τείχος του Βερολίνου, το κατ' εξοχήν σύμβολο ενός χωρισμένου σε δύο μπλοκ κόσμου, έπεφτε. Εκείνο το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1989 και των ημερών που ακολούθησαν, οι κάμερες μετέδωσαν την «πτώση» σε ζωντανή μετάδοση.

ΤΖΒΕΝΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ:  Ανατολικογερμανοί που δεν πίστευαν στα μάτια τους έπιναν σαμπάνια στο Checkpoint Charlie, ο Ροστροπόβιτς, ο Ρώσος βιολοντσελίστας που «πέρασε» στη Δύση, έπαιζε Μπαχ απέναντι από το Τείχος... Ολα βρίσκονταν εκεί: η ανακτημένη ελευθερία, η διάλυση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η νίκη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επί του ολοκληρωτισμού. Ομως τι συμβόλιζε το Τείχος του Βερολίνου και πόσων ειδών τείχη υπάρχουν ακόμη σήμερα; Ο Τζβένταν Τοντόροφ μιλά στο περιοδικό «Books» για τα τείχη αναχαίτισης των μεταναστών, των φτωχών, των αντιφρονούντων, αλλά και τα πολιτικά τείχη, όπως αυτό της Δυτικής Οχθης. Ο Ανατολικογερμανός συγγραφέας Ingo Schulze περιγράφει σε κείμενό του το πνεύμα των ημερών, πριν από την 9η Νοεμβρίου και συγκεκριμένα την καθοριστική διαδήλωση των συμπατριωτών του στη Λιψία, ένα μήνα πριν, ενώ ο Γάλλος ιστορικός Μαρκ Φερό δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη σημασία της πτώσης του κομμουνισμού και όχι του Τείχους.

«Υπάρχουν τείχη και τείχη». Το τείχος του Ισραήλ δεν είναι το τείχος του Βερολίνου. Και το τείχος μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ αναδεικνύει μια άλλη διαδικασία: δημιουργεί ένα πραγματικό ρήγμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Το κοινό σημείο τους είναι η υιοθέτηση μιας εσφαλμένης λύσης με σκοπό τον εξορκισμό του φόβου που μας προκαλεί ο άλλος, λέει ο ιστορικός και δοκιμιογράφος, συγγραφέας του βιβλίου «Ο Φόβος των βαρβάρων» (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ) , Τζβένταν Τοντόροφ, σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Books». «Το Τείχος του Βερολίνου ανήκε σε μια σπάνια κατηγορία. Ενώ τα περισσότερα τείχη έχουν σκοπό να εμποδίζουν τους ξένους να μπουν σε μια χώρα, αυτό εμπόδιζε τους κατοίκους της χώρας να βγουν από αυτήν. Αυτό το τείχος ήταν το χειροπιαστό κομμάτι του σιδηρού παραπετάσματος, μια φυλακή που είχε ανεγερθεί από τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις ώστε οι λαοί τους να μην μπορούν να αποδράσουν. Δεν χρησίμευε για την προστασία τους, αλλά για τον περιορισμό τους. Μια άλλη κατηγορία τειχών είναι αυτή των τειχών-συνόρων μεταξύ χωρών σε εμπόλεμη κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ανήκουν σήμερα τα τείχη που χωρίζουν τις δύο Κορέες, την Ινδία και το Πακιστάν, στο Κασμίρ ή τον ελληνικό και τουρκικό τομέα στην Κύπρο. Οι μάχες έχουν σταματήσει, αλλά η ειρήνη δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί, και έτσι ο καθένας προστατεύεται πίσω από ένα αδιαπέραστο σύνορο».

Ολα τα άλλα τείχη δεν αντικατοπτρίζουν τον φόβο των βαρβάρων ή απλώς το φόβο του άλλου;

«Τα προστατευτικά τείχη είναι όντως περισσότερο διαδεδομένα. Επαιζαν ένα ρόλο ιδιαίτερα σημαντικό στο μακρινό παρελθόν, την εποχή όπου το να κατεδαφίσεις ένα τείχος ήταν μια δύσκολη επιχείρηση. Το τείχος του Αδριανού προφύλασσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Σινικό Τείχος την Κίνα, όπως και τα οχυρωματικά κτίσματα γύρω από τις μεσαιωνικές πόλεις, τις οποίες προστάτευαν από επιθέσεις. Ομως αυτά τα τείχη που χρησίμευαν για στρατιωτικούς αμυντικούς λόγους εγκαταλείφθηκαν σταδιακά, γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας, με τα εκρηκτικά, τα κατέστησαν αναποτελεσματικά. Ενα νέο είδος τείχους εμφανίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της εποχής μας: το "αντι-μεταναστευτικό" τείχος που εμποδίζει τους φτωχούς να εισβάλουν στις πλούσιες χώρες και να ζήσουν καλύτερα. Το πιο θεαματικό είναι αυτό που κτίστηκε ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Μεξικό και κόβει την ήπειρο στα δύο. Το ίδιο ισχύει και για τα τείχη γύρω από τους ισπανικούς θυλάκους στη Βόρεια Αφρική, τη Θεούτα και τη Μελίλα. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε τα μικρότερων διαστάσεων τείχη που έχουν σκοπό να προφυλάσσουν μια συνοικία, είτε για στρατιωτικούς λόγους, όπως είναι η Πράσινη Ζώνη στη Βαγδάτη, είτε λόγω του φόβου της γειτνίασης με φτωχές και κακόφημες περιοχές, όπως είναι η περίπτωση της Πάδουας, στην Ιταλία. Οι προστατευτικοί φράκτες που υψώνονται γύρω από πολυτελείς κατοικίες αποτελούν μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της τελευταίας αυτής κατηγορίας: είναι τα χρυσά γκέτο στα οποία οι ίδιοι οι κάτοικοι αποφάσισαν να εγκλειστούν».

Τι συμβαίνει όμως με το τείχος που έκτισε το Ισραήλ στη Δυτική Οχθη;

«Αυτό το τείχος δεν μοιάζει με κανένα άλλο, καθώς πληροί πολλές λειτουργίες συγχρόνως. Πρώτα από όλα, επισήμως, είναι ένα τείχος προστασίας απέναντι στις επιθέσεις των Παλαιστίνιων μαχητών. Είναι λυπηρό πως δεν βρέθηκε κάποιο άλλο μέσο για να λυθεί η διαμάχη μεταξύ των δύο πληθυσμών, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε πως από τότε που κατασκευάστηκε, οι επιθέσεις μειώθηκαν κατά 80%. Φυσικά, πρέπει να πούμε ότι ο ρόλος αυτού του τείχους δεν περιορίζεται σε αυτή τη λειτουργία. Πράγματι, δεν κτίστηκε πάνω στο σύνορο ανάμεσα στις δύο περιοχές, αυτό που ονομάζουμε Πράσινη Ζώνη, αλλά πάνω στα παλαιστινιακά εδάφη, καταπατώντας δεκάδες μέτρα και πολλές φορές δεκάδες χιλιομέτρων. Ο δεύτερος ρόλος ύπαρξής του είναι η προσάρτηση ενός μέρους του παλαιστινιακού εδάφους. Και δεν είναι ο τελευταίος, γιατί η κατασκευή αυτού του τείχους είναι συνυφασμένη με μια πολιτική κατοχής εδαφών, δηλαδή αυτή που επιδιώκει την προσάρτηση στο Ισραήλ των εποικισμών του στο εσωτερικό της Παλαιστίνης. Τα διάφορα κομμάτια παλαιστινιακού εδάφους, όπου οι κάτοικοι δυσκολεύονται πολύ στη μεταξύ τους επικοινωνία, μοιάζουν τώρα με τα μπαντουστάν που δημιουργήθηκαν στη Νότιο Αφρική την εποχή του απαρτχάιντ. Αυτό το τείχος είχε λοιπόν και μια πολιτική λειτουργία: να καταστήσει αδύνατη τη δημιουργία ενός κυρίαρχου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους, δίπλα στο Ισραήλ».

Ενα αόρατο τείχος είναι συχνά μέρος ενός τείχους λιγότερο θεαματικού, ενός μη-ορατού τείχους, όπως αυτό των ισπανικών θυλάκων στη Β. Αφρική, τα οποία αποκαλούνται και «τείχη της Σένγκεν» και έχουν σκοπό τον έλεγχο της μετανάστευσης προς την Ευρώπη. Αυτού του είδους τα τείχη έχουν τον ίδιο σημαντικό ρόλο με τ' άλλα;

«Τα αόρατα τείχη θεωρούνται αδιαπέραστα τείχη. Είναι πολύ πιο εκτενή από τα άλλα που κατασκευάζονται με οικοδομικά υλικά. Τέτοια ήταν και αυτά που υπήρχαν γύρω από το σοβιετικό μπλοκ πριν από το 1989: το Τείχος του Βερολίνου δεν ήταν παρά ένα μικρό μέρος του σιδηρού παραπετάσματος, που αν και αόρατο ήταν αδιαπέραστο. Την εποχή που ζούσα στη Βουλγαρία (έως το 1963) κανείς δεν μπορούσε να προσπεράσει αυτό το τείχος χωρίς άδεια: οι συνοροφύλακες χτυπούσαν με κανονικά πυρά. Ολες οι ειδήσεις από την άλλη πλευρά ελέγχονταν. Τα μικρά τείχη που περικλείουν τη Μελίλα και τη Θεούτα προεκτείνονται με άλλα μέσα. Γιατί να κτίσεις ένα τείχος όταν τα εδάφη τους περιβάλλονται από τη θάλασσα; Οι ΗΠΑ δεν επεκτείνουν το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό αφού υπάρχει ο Ρίο Γκράντε και η έρημος της Αριζόνας για να αναχαιτίσουν τους υποψήφιους μετανάστες. Οι Αφρικανοί που επιδιώκουν να μπουν στην Ευρώπη προσπαθούν σήμερα να την προσεγγίσουν από τα νησιά: τα Κανάρια, τη Μάλτα, τη Λαμπεντούζα. Περισσότερο από τα τείχη, οι Ευρωπαίοι επενδύουν σε μηχανισμούς επιτήρησης, σε αεροπλάνα και πλοία, σε ραντάρ και σε υπέρυθρους ανιχνευτές. Ομως αν ο αριθμός των μεταναστών, που φτάνει από ανατολικά μέσω της Τουρκίας, της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας ή της Ρωσίας, αυξανόταν, δηλαδή από την πλευρά που η Ευρώπη δεν έχει θάλασσα, δεν θα αποκλειόταν η κατασκευή νέων τειχών και συρματοπλεγμάτων».

 

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Slavoj Žižek, “Sinicisation”


Slavoj Žižek, “Sinicisation”, London Review of Books

When Alain Badiou claims that democracy is our fetish, this statement is to be taken in the precise Freudian sense, not just to mean that we elevate democracy into an untouchable Absolute. ‘Democracy’ is the last thing we see before confronting the ‘lack’ constitutive of the social field, the fact that ‘there is no class relationship,’ the trauma of social antagonism. When confronted with the reality of domination and exploitation, of brutal social struggle, we say, ‘Yes, but we have democracy!’ as if that were enough to ensure that we can resolve or at least regulate struggle, preventing it from exploding. An exemplary case of democracy as fetish is provided by such bestsellers and blockbusters as The Pelican Brief or All the President’s Men, in which a couple of ordinary guys uncover a scandal that reaches all the way to the president, eventually forcing him to step down. Corruption is everywhere in these stories, yet their ideological impact lies in their upbeat takeaway message: what a great democratic country this is where a couple of ordinary guys like you and me can bring down the mightiest man on earth!

This is why it is so inappropriate to give a radical new political movement a name that combines socialism and democracy: it combines the ultimate fetish of the existing world order with a term that blurs the key distinctions. Everyone can be a socialist today, even Bill Gates: it suffices to profess the need for some kind of harmonious social unity, for a common good and for the care of the poor and downtrodden. As Otto Weininger put it more than a hundred years ago, socialism is Aryan and communism is Jewish.

An exemplary case of today’s ‘socialism’ is China, where the Communist Party is engaged in a campaign of self-legitimisation which promotes three theses: 1) Communist Party rule alone can guarantee successful capitalism; 2) the rule of the atheist Communist Party alone can guarantee authentic religious freedom; and 3) continuing Communist Party rule alone can guarantee that China will be a society of Confucian conservative values (social harmony, patriotism, moral order). These aren’t simply nonsensical paradoxes. The reasoning might go as follows: 1) without the party’s stabilising power, capitalist development would explode into a chaos of riots and protests; 2) religious factional struggles would disturb social stability; and 3) unbridled hedonist individualism would corrode social harmony. The third point is crucial, since what lies in the background is a fear of the corrosive influence of Western ‘universal values’: freedom, democracy, human rights and hedonist individualism. The ultimate enemy is not capitalism as such but the rootless Western culture threatening China through the free flow of the internet. It must be fought with Chinese patriotism; even religion should be ‘sinicised’ to ensure social stability. A Communist Party official in Xinjiang, Zhang Chunxian, said recently that while ‘hostile forces’ are stepping up their infiltration, religions must work under socialism to serve economic development, social harmony, ethnic unity and the unification of the country: ‘Only when one is a good citizen can one be a good believer.’

But this ‘sinicisation’ of religion isn’t enough: any religion, no matter how ‘sinicised’, is incompatible with membership of the Communist Party. An article in the newsletter of the party’s Central Commission for Discipline Inspection claims that since it is a ‘founding ideological principle that Communist Party members cannot be religious’, party members don’t enjoy the right to religious freedom: ‘Chinese citizens have the freedom of religious belief, but Communist Party members are not the same as regular citizens; they are fighters in the vanguard for a communist consciousness.’ How does this exclusion of believers from the party aid religious freedom? Marx’s analysis of the political imbroglio of the French Revolution of 1848 comes to mind. The ruling Party of Order was the coalition of the two royalist wings, the Bourbons and the Orleanists. The two parties were, by definition, unable to find a common denominator in their royalism, since one cannot be a royalist in general, only a supporter of a particular royal house, so the only way for the two to unite was under the banner of the ‘anonymous kingdom of the Republic’. In other words, the only way to be a royalist in general is to be a republican. The same is true of religion. One cannot be religious in general: one can only believe in a particular god, or gods, to the detriment of others. The failure of all attempts to unite religions shows that the only way to be religious in general is under the banner of the ‘anonymous religion of atheism’. Effectively, only an atheist regime can guarantee religious tolerance: the moment this atheist frame disappears, factional struggle among different religions will explode. Although fundamentalist Islamists all attack the godless West, the worst struggles go on between them (IS focuses on killing Shia Muslims).

There is, however, a deeper fear at work in the prohibition of religious belief for members of the Communist Party. ‘It would have been best for the Chinese Communist Party if its members were not to believe in anything, not even in communism,’ Zorana Baković, the China correspondent for the Slovenian newspaper Delo, wrote recently, ‘since numerous party members joined churches (most of them Protestant churches) precisely because of their disappointment at how even the smallest trace of their communist ideals had disappeared from today’s Chinese politics.’

In short, the most serious opposition to the Chinese party leadership today is presented by truly convinced communists, a group composed of old, mostly retired party cadres who feel betrayed by the unbridled capitalist corruption along with those proletarians whom the ‘Chinese miracle’ has failed: farmers who have lost their land, workers who have lost their jobs and wander around searching for a means of survival, others who are exploited by companies like Foxconn etc. They often take part in mass protests carrying placards bearing quotes from Mao. This combination of experienced cadres and the poor who have nothing to lose is potentially explosive. China is not a stable country with an authoritarian regime that guarantees harmony and is thus able to keep capitalist dynamics under control: every year thousands of rebellions of workers, farmers and minorities have to be squashed by the authorities. No wonder official propaganda talks incessantly of a harmonious society. This very insistence bears witness to its opposite, the ever present threat of chaos and disorder. One should apply the basic rule of Stalinist hermeneutics here: since the official media do not openly report on the troubles, the most reliable way to detect them is to search for the positive excesses in state propaganda – the more harmony is celebrated, the more chaos and antagonism should be inferred. China is full of antagonisms and barely controlled instabilities that continually threaten to explode.

It is only against this background that one can understand the religious politics of the Chinese Party: the fear of belief is effectively the fear of communist ‘belief’, the fear of those who remain faithful to the universal emancipatory message of communism. One looks in vain at the ongoing ideological campaign for any mention of the basic class antagonism made evident in the workers’ protests. There is no talk of the threat of ‘proletarian communism’; all the fury is directed instead against the foreign enemy. ‘Certain countries in the West,’ the party secretary of the Chinese Academy of Social Sciences wrote in June 2014, advertise their own values as ‘universal values’, and claim that their interpretations of freedom, democracy and human rights are the standard by which all others must be measured. They spare no expense when it comes to hawking their goods and peddling their wares to every corner of the planet, and stir up ‘colour revolutions’ both before and behind the curtain. Their goal is to infiltrate, break down and overthrow other regimes. At home and abroad certain enemy forces make use of the term ‘universal values’ to smear the Chinese Communist Party, socialism with Chinese characteristics, and China’s mainstream ideology. They scheme to use Western value systems to change China, with the goal of letting Chinese people renounce the Chinese Communist Party’s leadership and socialism with Chinese characteristics, and allow China to once again become a colony of some developed capitalist country.

Some of this is true, but the particular truths cover over a more general lie. It is of course right that one cannot and should not trust the Western powers’ promulgation of the ‘universal values’ of freedom, democracy and human rights: that universality is false, and conceals the West’s ideological biases. Even so, is it then enough to oppose Western values with a particular alternative, such as the Confucianism that is ‘China’s mainstream ideology’? Don’t we need a different universalism, a different project of universal emancipation? The irony here is that ‘socialism with Chinese characteristics’ effectively means socialism with capitalist characteristics, i.e. a socialism that fully integrates China into the global market. The universality of global capitalism is left intact, quietly accepted as the only possible frame; the project of Confucian harmony is mobilised only in order to keep a lid on the antagonisms that come along with global capitalist dynamics. All that remains is a socialism with Confucian ‘national colours’: a national socialism, whose social horizon is the patriotic promotion of one’s own nation, while the antagonisms immanent in capitalist development are projected onto a foreign enemy who poses a threat to social harmony. What the Chinese party aims at in its patriotic propaganda, what it calls ‘socialism with Chinese characteristics’, is yet another version of ‘alternative modernity’: capitalism without class struggle.

Slavoj Zizek, "Living in the Monsters Times"


Slavoj Zizek,  "Ζώντας στην εποχή των τεράτων- Η κρίση, η Ευρώπη, ο Κομμουνισμός"                                                                                                         

Λέγεται ότι στην Κίνα, αν πραγματικά μισούν κάποιον, η κατάρα που του εκτοξεύουν είναι: «Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς»! Στην ανθρώπινη ιστορία, «ενδιαφέροντες καιροί» είναι, στην πραγματικότητα, εποχές αναταραχών, πολέμων και σύγκρουσης για την εξουσία, με βαριές συνέπειες για εκατομμύρια αθώους. Σήμερα, είναι φανερό ότι πλησιάζουμε μια νέα εποχή για την οποία θα αρμόζει η περιγραφή «ενδιαφέροντες καιροί». Μετά από δεκαετίες κοινωνικού κράτους (ή μάλλον υπόσχεσης κοινωνικού κράτους), κατά τις οποίες τα μέτρα λιτότητας περιορίζονταν σε σύντομες περιόδους και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα σύντομα θα επέστρεφαν στην ομαλότητα, εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η κρίση- ή μάλλον ένα είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης- μαζί με την ανάγκη κάθε είδους μέτρων λιτότητας (περικοπές επιδομάτων, συρρίκνωση της δωρεάν παιδείας και υγείας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κ.α.) γίνονται μόνιμες, σταθερές της καθημερινότητας, ένας νέος τρόπος ζωής. 

Τι σημαίνει αυτό για την Αριστερά της εποχής μας; Στην ψυχαναλυτική θεραπεία, οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει τι πραγματικά επιθυμεί: Θέλω πράγματι αυτό που νομίζω ότι θέλω; Πάρτε την χαρακτηριστική περίπτωση του συζύγου που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη εξωσυζυγική σχέση, ονειρευόμενος διαρκώς ότι η γυναίκα του με κάποιο τρόπο θα εξαφανιστεί (θα πεθάνει, θα τον χωρίσει ή ό,τι άλλο), έτσι ώστε να ζήσει μια κανονική ζωή με την ερωμένη του- αλλά όταν έρχεται αυτή η ποθητή στιγμή, ο κόσμος του καταρρέει, καθώς ανακαλύπτει ότι δεν θέλει πια την ερωμένη του. Όπως λέει μια παλιά παροιμία, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που είναι χειρότερο από το να μην πετυχαίνεις αυτό που θέλεις- κι αυτό είναι να το πετύχεις! Έτσι λοιπόν, έρχεται σήμερα και για τους αριστερούς διανοούμενους η στιγμή της αλήθειας: Θέλατε πραγματική αλλαγή, ωραία λοιπόν, τώρα θα την έχετε! Πίσω στο 1937, στο έργο του «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραφε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι «κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμής της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει». Οι ριζοσπάστες επικαλούνται την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής εν είδει δεισιδαιμονικής τελετουργίας που θα πετύχει το αντίθετό της, εμποδίζοντας να εκδηλωθεί η πραγματική αλλαγή. Κι αν είναι να εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση, αυτό πρέπει να συμβεί σε ασφαλή απόσταση: Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα… έτσι ώστε, ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι τα μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την ακαδημαϊκή μου καριέρα.

Αυτή η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπονομετική, πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Όταν ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, από τη σκοπιά του Χριστιανού, «δεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες, ούτε Εβραίοι και Έλληνες», διατυπώνει την ιδέα ότι οι αναφορές σε εθνικές ρίζες, ταυτότητες κλπ δεν αποτελούν κατηγορίες της αλήθειας, ή, για να το θέσουμε ακριβώς με Καντιανούς όρους, όταν αναφερόμαστε σε εθνικές ρίζες, ασκούμε την ιδιωτική χρήση του λόγου, η οποία περιορίζεται από ιδιαίτερα, δογματικά προτάγματα, δηλαδή δρούμε ως «ανώριμοι» ιδιώτες και όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι ενεργούν στη διάσταση του οικουμενικού λόγου. Για τον Καντ, ο δημόσιος χώρος της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» σηματοδοτεί το παράδοξο της οικουμενικής μοναδικότητας, του μοναδικού υποκειμένου το οποίο, με ένα είδος βραχυκυκλώματος, προσπερνώντας τη διαμεσολάβηση του ιδιαίτερου, συμμετέχει απ’ ευθείας στο Οικουμενικό. Υπό αυτό το πρίσμα, το “ιδιωτικό” δεν είναι το υλικό της ατομικότητάς μας σε αντιδιαστολή με τους κοινοτικούς δεσμούς, αλλά η ίδια η κοινοτική- θεσμική τάξη της ιδιαίτερης ταυτότητάς μας.

Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα»- στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου. Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου»- δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις- στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης με πρακτικές ανάγκες- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης, που θα μας βοηθήσει να επιλύσουμε συγκεκριμένα, πρακτικά προβλήματα- με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.τ.μ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης (σ.τ.μ. όρος που παραπέμπει στον Λουί Αλτουσέρ). Η καπιταλιστική νεωτερικότητα επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του δημόσιου, σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται από την νομική τάξη πραγμάτων ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας. Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία:

-Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

-Στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται από μισθοφόρους.

-Ακόμη και το πεδίο των διαπροσωπικών, συναισθηματικών σχέσεων οργανώνεται ολοένα και περισσότερο βάσει των γραμμών που καθορίζουν οι σχέσεις της αγοράς. Ο Αλέν Μπαντιού ανέπτυξε τον παραλληλισμό ανάμεσα στη σύγχρονη αναζήτηση ερωτικού συντρόφου ή συζύγου μέσω οργανωμένων πρακτορείων του είδους και στην πανάρχαια διαδικασία της προεπιλογής του γαμπρού ή της νύφης από τους γονείς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ρίσκο του να ερωτευθεί κανείς αίρεται, το τυχαίο στο ερωτικό παιχνίδι εξαφανίζεται χάρη στους προηγηθέντες διακανονισμούς που παίρνουν υπ΄ όψιν όλα τα υλικά και ψυχολογικά συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών. Να γιατί τα γραφεία συνοικεσίων είναι κατ΄ εξοχήν αντιερωτικοί μηχανισμοί. Το στοίχημα είναι να οργανώσουν τον έρωτα ως πραγματική, ελεύθερη επιλογή- διαλέγω τον υποψήφιο που μου ταιριάζει περισσότερο, αφού επιθεωρήσω προσεκτικά τον κατάλογο των υποψηφίων.

Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα- ιδεολογικός. Φυσικά, οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους (ΙΜΚ) είναι πάντα παρόντες- και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ- ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.

Η πλήρης μετατροπή της ιδεολογίας σε φυσική κατάσταση πραγμάτων (εξάλειψη της ιδεολογίας από την ίδια την ιδεολογία) επιβάλλει ένα δυσάρεστο, αλλά αναπόδραστο συμπέρασμα αναφορικά με την παγκόσμια, κοινωνική δυναμική του καιρού μας: Σήμερα, είναι ο καπιταλισμός που εμφανίζεται πραγματικά ως επαναστατικός, καθώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες μεταμόρφωσε ολόκληρο το τοπίο, από τις τεχνολογίες μέχρι την ιδεολογία, ενώ τόσο οι συντηρητικοί, όσο και οι σοσιαλδημοκράτες κατά κανόνα απλώς αντιδρούσαν σε αυτές τις αλλαγές, προσπαθώντας εναγωνίως να διατηρήσουν κάποια από τα παλαιά κεκτημένα. Σε έναν παρόμοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να ακούγεται σαν αδύνατο όνειρο, αλλά ο όρος «αδύνατο» επιβάλει να σταματήσουμε λίγο και να σκεφτούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εποχή της ωριμότητας, στην οποία, με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, κλπ, κλπ. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών». Ο λόγος είναι ότι ζούμε σε μια μετα- πολιτική εποχή μετατροπή της οικονομίας σε δεύτερη Φύση: οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται κατά κανόνα ως επιταγές μιας αμιγώς οικονομικής αναγκαιότητας- όταν επιβάλλονται μέτρα λιτότητας, μας λένε ξανά και ξανά ότι είναι εντελώς αναγκαία. Επομένως, έχει έρθει ίσως η ώρα να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας περί δυνατού και αδύνατου: Κάτι λάθος πρέπει να υπάρχει σε έναν κόσμο όπου είναι δυνατό να γίνουμε αθάνατοι, αλλά αδύνατο να ξοδέψουμε λίγο περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση.

Το πρόβλημα εδώ είναι βαθύτερο από ό,τι εμφανίζεται: Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σημερινού καπιταλισμού είναι η ιδιωτικοποίηση αυτού που ο Μαρξ ονόμασε «γενική διάνοια» - ένα ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της διαπάλης γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η οικονομική εκμετάλλευση με την κλασική, μαρξιστική έννοια δεν είναι πλέον δυνατή, γι αυτό είναι ανάγκη να επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο με χρήση του νομικού οπλοστασίου, δηλαδή εξωοικονομικών δυνάμεων. Να γιατί γίνεται αναγκαία, ολοένα και περισσότερο, η απ’ ευθείας ενεργοποίηση της εξουσίας, ώστε να επιβληθούν οι αυθαίρετες, νομικές προϋποθέσεις για την απόσπαση ρέντας (προσόδου), κάτι που δεν διασφαλίζεται «αυθόρμητα», από τη λειτουργία της αγοράς. Ίσως εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης αντίθεση του σύγχρονου, «μεταμοντέρνου» καπιταλισμού. Ενώ η λογική του είναι η απορρύθμιση, το λιγότερο κράτος, η νομαδική- μη εδαφική ανάπτυξη κλπ, η βασική τάση της «μετατροπής του κέρδους σε ρέντα» σηματοδοτεί τον ενισχυμένο ρόλο του κράτους, του οποίου η ρυθμιστική (και όχι μόνο) λειτουργία είναι πανταχού παρούσα. Η δυναμική απορρύθμιση συνυπάρχει και στηρίζεται σε ολοένα και περισσότερο αυταρχικές παρεμβάσεις του κράτους και των μηχανισμών του. Αυτό λοιπόν που μπορούμε να διακρίνουμε στον ορίζοντα της ιστορικής εξέλιξης είναι μια κοινωνία στην οποία η ελευθεριακή, ηδονιστική ζωή των ατόμων συνυπάρχει με (και συντηρείται από) ένα σύνθετο δίκτυο ρυθμιστικών, κρατικών μηχανισμών. Αντί να εξαφανίζεται, το κράτος ενισχύεται στις μέρες μας.

Για να θέσουμε το ζήτημα λίγο διαφορετικά, ο σύγχρονος καπιταλισμός προκαλεί καταστάσεις όπου απαιτούνται μεγάλης κλίμακας κρατικές παρεμβάσεις, αλλά το πρόβλημα είναι ότι το κοινοβουλευτικό- δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει γρήγορες, ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Ξαφνικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οικολογικές καταστροφές, μεγάλης κλίμακας οικονομικές αναδιαρθρώσεις- όλα αυτά απαιτούν ένα σώμα με καθαρή εξουσιοδότηση να επιβάλει γρήγορα αποτελεσματικά αντίμετρα, παρακάμπτοντας τις αβρότητες των μακρόσυρτων, δημοκρατικών διαβουλεύσεων. Θυμηθείτε τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του φθινοπώρου του 2008: Ο πανικός ήταν απόλυτος και επέβαλε σε χρόνο μηδέν μια διεθνική, διαπαραταξιακή συμπαράταξη, όπου όλες οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των ηγετών του κόσμου προσωρινά ξεχάστηκαν ώστε να αποτραπεί Η καταστροφή. Αυτό που σήμανε η περιλάλητη διακομματική συναίνεση, που τόσο εξύμνησαν οι Αμερικανοί, είναι ότι η δημοκρατία είχε ντε φάκτο αρθεί: Δεν υπήρχε χρόνος για να αναλωθεί κανείς σε συνήθεις, δημοκρατικές διαδικασίες, επομένως αυτοί που ήταν αντίθετοι με το σχέδιο, στους κόλπους του αμερικανικού Κογκρέσου, αναγκάστηκαν πολύ γρήγορα να ευθυγραμμιστούν με την κυρίαρχη γραμμή. Μπους, Μακέιν και Ομπάμα σχημάτισαν ενιαίο μέτωπο, εξηγώντας στην αμήχανη κοινή γνώμη ότι δεν υπήρχε χρόνος για παρατεταμένη, δημοκρατική συζήτηση- βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επομένως πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα. Δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς που, σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, αυταρχικά καθεστώτα σαν εκείνο της Κίνας αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα από τις σύγχρονες δημοκρατίες.


Οι κομμουνιστές που βρίσκονται στην εξουσία είναι σήμερα οι πιο δυναμικοί καπιταλιστές. Μήπως δεν είναι αυτό η έσχατη ένδειξη θριάμβου του καπιταλισμού; Μια άλλη ένδειξη αυτού του θριάμβου είναι το γεγονός ότι η κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να ανέχεται αυτό που εμφανίζεται ως ανελέητη κριτική. Δεν έχουμε έλλειμμα αντικαπιταλισμού στις μέρες μας, αντίθετα γινόμαστε μάρτυρες πληθωρικής κριτικής στα δεινά που συσσωρεύει ο καπιταλισμός. Βιβλία, εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές στηλιτεύουν κατά κόρον ασύδοτες εταιρείες που μολύνουν το περιβάλλον, διεφθαρμένους τραπεζίτες που συνεχίζουν να εισπράττουν γενναία μπόνους ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται με δημόσια κονδύλια, για βιομηχανικά κάτεργα που εκμεταλλεύονται υπερωριακή παιδική εργασία και πάει λέγοντας. Υπάρχει όμως μια παγίδα σε όλο αυτό το χείμαρρο της κριτικής: Αυτό που δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι το δημοκρατικό- φιλελεύθερο πλαίσιο της πάλης εναντίον αυτών των ακροτήτων. Ο ρητός ή υπόρρητος στόχος είναι ο εκδημοκρατισμός του καπιταλισμού, η επέκταση του δημοκρατικού ελέγχου στην οικονομία, μέσω της πίεση των μέσων ενημέρωσης, των κοινοβουλευτικών επιτροπών ελέγχου, της σκληρότερης νομοθεσίας, των εισαγγελικών παρεμβάσεων κλπ- χωρίς όμως ποτέ να αμφισβητείται το θεσμικό πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που δεν τολμούν να αγγίξουν ακόμη και οι τις πιο ριζοσπαστικές μορφές «ηθικού καπιταλισμού», όπως τα κινήματα τύπου Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε.

Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των δυτικών θεσμών, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων- ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ επαναστατική, ταξική πάλη, όχι δημοκρατικές εκλογές ή άλλα πολιτικά μέτρα με τη στενή έννοια του όρου. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας και είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα- π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα τη φόρμουλα της «αμυντικής βίας». Πρέπει να καταγγείλουμε τη βία (π.χ. τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ως βασικό τρόπο δράσης να στραφούμε στην οικοδόμηση ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή βίαιης αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει διά της βίας και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο είναι αδύνατο να διαχωρίσει κανείς τη βία από την ίδια την ύπαρξη της αγοράς και του κράτους. Στην παρέμβασή του στο Αριστερό Φόρουμ του Λονδίνου, το 2010, ο Τζον Χόλογουεϊ, άρτι αφιχθείς από την Ελλάδα, ανέφερε ως παράδειγμα άσκησης του κομμουνισμού ένα πάρκο στην Αθήνα που είχε καταληφθεί από διαδηλωτές και λειτουργούσε ως απελευθερωμένη ζώνη, με αφίσες στις εισόδους του που έγραφαν «Απαγορεύεται η είσοδος στον καπιταλισμό». Στο εσωτερικό του, απαγορευόταν η εμπορευματοποίηση, οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να συγκεντρώνονται, να χορεύουν, να συζητούν. Αλλά οι καπιταλιστές αναμφίβολα θα χαιρέτιζαν παρόμοιες νησίδες ως ζώνες αναψυχής που δίνουν στους εργάτες τους μεγαλύτερη ζωτικότητα όταν επιστρέφουν στη δουλειά. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί όταν ακούμε για παρόμοιες ζώνες απόσυρσης, όπου ο Μπαντιού συναντά τον Χόλογουεϊ. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι, δεδομένων των καταστροφικών αποτελεσμάτων που είχε το κομμουνιστικό κίνημα του εικοστού αιώνα, με τον προσήλωσή του στην κατάληψη της εξουσίας, οφείλουμε να καταγγείλουμε τη βία, περιορίζοντάς την στην προάσπιση ελεύθερων χώρων απόσυρσης. Ωστόσο, οφείλει κανείς να λάβει εξίσου υπόψη πως αυτοί που ασκούν το κρατικό μονοπώλιο στη βία πάντα αγαπούν εκείνους που διατείνονται ότι τα προβλήματα είναι «βαθύτερα» από το ποιος έχει την εξουσία, αφού τέτοιου είδους άνθρωποι δεν αντιπροσωπεύουν καμία απειλή για την κυριαρχία τους.

Που βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα; Ο Μπαντιού περιγράφει έξοχα την μετα- σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων με την έκφραση: «Αυτή η προβληματική κατάσταση, όπου βλέπουμε το Κακό να χορεύει πάνω στα ερείπια του Κακού». Δεν υπάρχει εδώ χώρος για οποιαδήποτε νοσταλγία, τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν «κακά», αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτό που το αντικατέστησε ήταν επίσης «κακό», αν και με διαφορετικό τρόπο. Αν σ’ αυτές τις συνθήκες το κομμουνιστικό σχέδιο πρέπει να ανανεωθεί ως πραγματική εναλλακτική λύση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, τότε οφείλουμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, με μια καθαρή ρήξη με την εμπειρία του κομμουνισμού του εικοστού αιώνα. Πρέπει επίσης να μην ξεχνάμε ότι το 1990 ήταν η ήττα όχι μόνο του κομμουνιστικού κρατικού σοσιαλισμού, αλλά και η ήττα της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας. Να γιατί είναι εντελώς εσφαλμένο να εναποθέτει κανείς ελπίδες σε ισχυρά (πλήρως κυρίαρχα) έθνη- κράτη, τα οποία θα μπορούσαν, υποτίθεται, να υπερασπιστούν τα κεκτημένα του κοινωνικού κράτους, απέναντι σε υπερεθνικά σώματα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, κατά την ίδια εκδοχή, λειτουργεί ως όργανο του παγκόσμιου κεφαλαίου στην υπηρεσία της αποδόμησης των υπολειμμάτων κοινωνικού κράτους. Από αυτό το σημείο, απέχουμε μόνο ένα βήμα μέχρι να αποδεχθούμε τη «στρατηγική συμμαχία» με την εθνικιστική Δεξιά, η οποία ανησυχεί για τη διάλυση της εθνικής ταυτότητας στην πολυεθνική Ευρώπη.

Στις 17 Οκτωβρίου, η Άγκελα Μέρκελ δήλωσε: «Αυτή η πολυπολιτισμική προσέγγιση, που λέει ότι ζούμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, απέτυχε. Απέτυχε οικτρά». Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ήταν συνεπής, απηχώντας με καθυστέρηση δύο ετών τη συζήτηση περί Leitkultur (κυρίαρχου πολιτισμού), τότε που οι συντηρητικοί επέμεναν ότι κάθε κράτος στηρίζεται σε έναν πολιτισμό, τον οποίο οι υπόλοιπες εθνικές ομάδες που ζουν στην επικράτεια του κράτους οφείλουν να σέβονται. Αντί να παριστάνουμε τις ευγενικές ψυχές που θρηνούν για την αναδυόμενη, ρατσιστική Ευρώπη, την οποία αναγγέλλουν παρόμοιες δηλώσεις, θα έπρεπε να σκεφτούμε αυτοκριτικά και να αναρωτηθούμε σε ποιο βαθμό η δική μας, αφηρημένη αντίληψη περί πολυπολιτισμικότητας συνέβαλε στη δυσάρεστη τροπή των εξελίξεων. Η σύγκρουση περί πολυπολιτισμικότητας είναι όντως σύγκρουση περί Leitkultur: Δεν είναι σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, αλλά σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς θα μπορούσαν να συνυπάρχουν οι διαφορετικοί πολιτισμοί, σύγκρουση γύρω από τους κανόνες και τις πρακτικές που αυτοί οι πολιτισμοί οφείλουν να μοιράζονται αν πρόκειται να συνυπάρξουν. Επομένως, οφείλει κανείς να αποφύγει να πιαστεί στην παγίδα του φιλελεύθερου παιχνιδιού «πόση ανεκτικότητα μπορούμε να δείξουμε για τον Άλλο»- αν μπορούμε να δείξουμε ανεκτικότητα όταν δέρνουν τις γυναίκες τους, όταν κανονίζουν τους γάμους των παιδιών τους, όταν καταπιέζουν τους ομοφυλόφυλους και πάει λέγοντας. Σ’ αυτό το επίπεδο, φυσικά, ποτέ δεν είμαστε αρκετά ανεκτικοί, ή ίσως είμαστε ήδη υπερβολικά ανεκτικοί, παραμερίζοντας τα δικαιώματα των γυναικών, για παράδειγμα. Ο μόνος τρόπος να βγούμε από το αδιέξοδο είναι να προτείνουμε και να παλέψουμε για ένα θετικό, οικουμενικό σχέδιο, το οποίο θα μοιράζονται όλα τα μέρη. Να γιατί κρίσιμο ζήτημα για όλους όσοι αγωνίζονται σήμερα για τη χειραφέτηση είναι να πάνε πιο μακριά από τον απλό σεβασμό του άλλου, σε μια θετική Leitkultur κοινωνικής χειραφέτησης, της μόνης που μπορεί να εγγυηθεί τη συνύπαρξη και μίξη διαφορετικών πολιτισμών.

Στη Δυτική και την Ανατολική Ευρώπη, υπάρχουν σημάδια μακροπρόθεσμης αναδιάταξης του πολιτικού χώρου. Μέχρι πρόσφατα, στο πολιτικό σκηνικό κυριαρχούσαν δύο κόμματα που απευθύνονταν στο σύνολο του εκλογικού σώματος, η κεντροδεξιά (χριστιανοδημοκράτες, συντηρητικοί κ.α.) και η κεντροαριστερά (σοσιαλιστές ή σοσιαλδημοκράτες), ενώ μικρότερα κόμματα απευθύνονταν σε περιορισμένα τμήματα του εκλογικού σώματος (οικολόγοι, φιλελεύθεροι κ.α.). Τώρα, αναδύεται σταδιακά ένα κόμμα που υπερασπίζεται τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό σαν τέτοιο, συνήθως με σχετικά ανεκτική στάση σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις, τα δικαιώματα των ομοφυλοφύλων, των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων κλπ. Σε αντιπαράθεση με αυτό το κόμμα τοποθετείται ένα ολοένα και ισχυρότερο αντιμεταναστευτικό, λαϊκιστικό κόμμα το οποίο συνορεύει με ανοιχτά ρατσιστικές, νεοφασιστικές ομάδες. Παραδειγματική περίπτωση από αυτή την άποψη είναι η Πολωνία: Μετά την εξαφάνιση των πρώην κομμουνιστών, τα βασικά κόμματα είναι το «αντι- ιδεολογικό», κεντρώο, φιλελεύθερο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Ντόναλντ Ντουσκ και το συντηρητικό, χριστιανικό κόμμα των αδελφών Κατσίνσκι. Ο Μπερλουσκόνι, στην Ιταλία, αποδεικνύει ότι και αυτή, η έσχατη μορφή αντιπολίτευσης δεν είναι αξεπέραστη: Το ίδιο κόμμα, το Forza Italia, μπορεί να είναι ταυτόχρονα το κόμμα του παγκόσμιου καπιταλισμού και να ενσωματώνει τη λαϊκιστική τάση εναντίον των μεταναστών. Στην απολίτικη σφαίρα της μετα- ιδεολογικής διοίκησης, ο μόνος τρόπος να κινητοποιήσει κανείς τις μάζες είναι να τους ξυπνήσει το φόβο (για τους μετανάστες, δηλαδή για τον πλησίον).

Μήπως δεν είναι το Tea Party των Ηνωμένων Πολιτειών η αμερικανική εκδοχή αυτού του λαϊκισμού της Δεξιάς που αναδύεται σταδιακά ως η μόνη πραγματική αντιπολίτευση στη φιλελεύθερη συναίνεση; Φυσικά, το Tea Party έχει ορισμένα χαρακτηριστικά αμιγώς αμερικανικά, που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε με ασφάλεια ότι η άνοδός του θα συνδεθεί με την περαιτέρω πτώση της αμερικανικής ισχύος στον κόσμο. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, όμως, η σύγκρουση μεταξύ ρεπουμπλικανικού κατεστημένου και Tea Party, που ήδη εκδηλώνεται εδώ κι εκεί: Επικεφαλής μεγάλων τραπεζών συναντήθηκαν ήδη με τους ηγέτες των Ρεπουμπλικανών που τους υποσχέθηκαν ότι θα ανακαλέσουν το νόμο του Βόλκερ για τον περιορισμό της κερδοσκοπίας που οδήγησε στην κατάρρευση του 2008. Το Tea Party έθεσε ως πρώτο στόχο του να επεκταθούν οι φοροαπαλλαγές του Μπους για τους πολύ πλούσιους, προσθέτοντας έτσι εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε ένα έλλειμμα που υποτίθεται ότι καταπολεμά. Στα μέσα του 2009, καθόμουν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στις Συρακούσες, κάνοντας ζάπινγκ. Το ένα κανάλι έδειχνε ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο, αριστερό τραγουδιστή της αμερικάνικης μουσικής «κάντρι» Πίτερ Σίγκερ, ενώ το Fox News είχε ρεπορτάζ για μια συγκέντρωση του Tea Party εναντίον της φορολογίας, στο Όστιν του Τέξας, όπου ένας άλλος τραγουδιστής της κάντρι τραγουδούσε ένα λαϊκιστικού ύφους κομμάτι εναντίον του Ομπάμα, γεμάτο παράπονα για τη βαριά φορολογία των σκληρά εργαζόμενων από την Ουάσιγκτον, που καταλήγει να ενισχύει τους μεγαλόσχημους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Το βραχυκύκλωμα ανάμεσα στα δύο κανάλια μου προκάλεσε ηλεκτροπληξία, με δύο αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Πρώτον, υπήρχε αυτή η αλλόκοτη ομοιότητα μεταξύ των δύο τραγουδιστών, οι οποίοι άρθρωναν παρόμοιες, λαϊκίστικες διαμαρτυρίες εναντίον του κατεστημένου, των πλούσιων εκμεταλλευτών και του κράτους τους και ζητούσαν ριζοσπαστική απάντηση, μέχρι και πολιτική ανυπακοή. Ήταν άλλη μια επώδυνη υπενθύμιση της αλήθειας που λέει ότι, σε επίπεδο μορφής και οργάνωσης, η σημερινή ριζοσπαστική, λαϊκιστική Δεξιά θυμίζει κατά παράδοξο τρόπο την παλιά, λαϊκιστική, ριζοσπαστική Αριστερά (μήπως και οι σημερινές ομάδες Χριστιανών φονταμενταλιστών, με το μισοπαράνομο καθεστώς τους που αναγορεύει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ως τον κύριο εχθρό τους, δεν οργανώνονται με τρόπο που θυμίζει Μαύρους Πάνθηρες της δεκαετίας του ’60;). Για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίσει να δουλεύει αυτή η επιδέξια ιδεολογική χειραγώγηση; Για πόσο καιρό η βάση του Tea Party θα μένει προσκολλημένη στον θεμελιώδη ανορθολογισμό του να επιδιώκει να προστατεύσει τα συμφέροντα των σκληρά εργαζόμενων, συνηθισμένων ανθρώπων δίνοντας νέα προνόμια στους «πλούσιους εκμεταλλευτές»; Εδώ ακριβώς αρχίζει ο ιδεολογικός αγώνας: Ο κατάφορος ανορθολογισμός των διαδηλώσεων του Tea Party μαρτυρά τη δύναμη της ιδεολογίας της «ελευθερίας του ατόμου ενάντια στην κρατική παρέμβαση», η οποία μπορεί να θολώσει ακόμη και τα πιο οφθαλμοφανή γεγονότα.

Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινισιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη- κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου. Η ιδέα του να αντισταθούμε στον παγκόσμιο καπιταλισμό στο όνομα της υπεράσπισης συγκεκριμένων εθνικών ταυτοτήτων είναι σήμερα περισσότερο αυτοχειριαστική από ποτέ, με το φάντασμα του «δόγματος τσούτσε», της Βορειοκορεάτικης εκδοχής της αυτάρκειας, να πλανιέται πάνω μας.

Ίσως ο πιο περιεκτικός χαρακτηρισμός της εποχής που άρχισε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να βρίσκεται στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Γκράμσι: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί. Τώρα, είναι η εποχή των τεράτων». Μήπως ο φασισμός και ο σταλινισμός δεν ήταν τα δίδυμα τέρατα του εικοστού αιώνα, ο πρώτος βγαλμένος μέσα από την εναγώνια προσπάθεια του παλιού κόσμου να κρατηθεί στη ζωή κι ο άλλος από την εκτρωματική απόπειρα οικοδόμησης ενός νέου κόσμου; Και τι να πούμε για τα τέρατα που συναντάμε σήμερα και τα οποία θρέφονται από τα τεχνοκρατικά όνειρα για μια κοινωνία με γενετικά ελεγχόμενο πληθυσμό; Το παράδοξο αυτό θα πρέπει να μας οδηγήσει στα αναγκαία συμπεράσματα: Πιθανόν να μην υπάρχει ευθεία οδός προς το καινούργιο, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το είχαμε φανταστεί, και τα τέρατα επανεμφανίζονται κάθε φορά που προσπαθούμε να εκβιάσουμε αυτό το πέρασμα προς το Καινούργιο.

Τα σημάδια της ανικανότητας της κυρίαρχης τάξης να ασκήσει την κυριαρχία της πολλαπλασιάζονται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην κορυφή της πυραμίδας, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επί δύο χιλιετίες, οι Χριστιανοί της Μέσης Ανατολής επιβίωσαν απειράριθμων καταστροφών, από το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την ήττα στις Σταυροφορίες, την κατάρρευση της αποικιοκρατίας στις αραβικές χώρες, την επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν κλπ- με μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία, τον κύριο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή, όπου δεν υπάρχουν αυτόχθονες Χριστιανοί. Στο Ιράκ, υπήρχαν περίπου ένα εκατομμύριο Χριστιανοί επί Σαντάμ, οι οποίοι ζούσαν επί ίσους όρους με τους υπόλοιπους πολίτες, μάλιστα ένας από αυτούς, ο Ταρίκ Αζίζ, έφτασε να γίνει υπουργός Εξωτερικών και έμπιστος του Σαντάμ. Στη συνέχεια, όμως, κάτι αλλόκοτο συνέβη στους Χριστιανούς του Ιράκ, μια πραγματική καταστροφή, από τη στιγμή που ένας Χριστιανικός στρατός κατέλαβε (ή απελευθέρωσε, αν θέλετε) το Ιράκ. Ο Χριστιανικός στρατός κατοχής διέλυσε τις κοσμικές, ένοπλες δυνάμεις του Ιράκ και άφησε ανοιχτό το δρόμο στις παραστρατιωτικές ομάδες των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών να τρομοκρατούν τους Χριστιανούς, μαζί με τις αντίπαλες μουσουλμανικές φατρίες. Δεν είναι περίεργο που περίπου οι μισοί Χριστιανοί εγκατέλειψαν τη χώρα, προτιμώντας τη «Συρία που στηρίζει την τρομοκρατία» από «το απελευθερωμένο Ιράκ που ελέγχεται από έναν Χριστιανικό στρατό».

Το 2010, τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Ο Ταρίκ Αζίζ, που γλύτωσε από προηγούμενες δίκες, καταδικάστηκε από δικαστήριο Σιιτών σε απαγχονισμό για την «καταδίωξη μουσουλμανικών κομμάτων» (δηλαδή, ισλαμιστών φονταμενταλιστών) επί Σαντάμ Χουσείν. Οι βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Χριστιανών και των εκκλησιών τους ακολούθησαν η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς, έτσι που ο αρχιεπίσκοπος Βαγδάτης Αθανάσιος Νταβούντ κάλεσε, τον Νοέμβριο του 2010, το ποίμνιό του να φύγει από τη χώρα: «Οι Χριστιανοί πρέπει να εγκαταλείψουν την αγαπημένη πατρίδα των προγόνων τους για να γλυτώσουν από την προγραμματισμένη εθνοκάθαρση. Είναι το λιγότερο κακό σε σύγκριση με τον αφανισμό μας». Και για να δοθεί ακόμη περισσότερη έμφαση, τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν τον ίδιο μήνα ότι επικυρώθηκε η ανανέωση του πρωθυπουργικού αξιώματος στον Αλ Μαλικί χάρη στην υποστήριξη του Ιράν. Έτσι, το αποτέλεσμα της αμερικανικής παρέμβασης ήταν να γίνει το Ιράν, ο βασικός παράγοντας του Άξονα του Κακού, σχεδόν κυρίαρχη δύναμη στο Ιράκ. Λες και, σε μια σύγχρονη επίδειξη «πονηρίας του Λόγου», το αόρατο χέρι κάποιου πεπρωμένου τα κανονίζει έτσι που ξανά και ξανά μια αμερικανική παρέμβαση ενισχύει ακριβώς τους παράγοντες εναντίον των οποίων έγινε αυτή η παρέμβαση.

Από που έρχεται αυτό το αόρατο χέρι; Το πρόβλημα με τη σημερινή Αμερική είναι όχι ότι αποτελεί μια νέα, παγκόσμια Αυτοκρατορία, αλλά ότι ΔΕΝ είναι κάτι τέτοιο: Ενώ παριστάνει την αυτοκρατορία, συνεχίζει να δρα ως κράτος- έθνος, που προωθεί ανελέητα τα συμφέροντά του. Είναι σαν η κατευθυντήρια γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να είναι η παράδοξη αντιστροφή του γνωστού, οικολογικού συνθήματος: να δρούμε παγκόσμια, να σκεφτόμαστε τοπικά! Αυτή η αντίφαση εκδηλώθηκε ανάγλυφα με τη διπλή πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ στη Σερβία το 2003: οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ απαιτούσαν ταυτόχρονα από τη σερβική κυβέρνηση να εκδώσει τους ύποπτους για εγκλήματα πολέμου στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης (σε συμφωνία με τη λογική της παγκόσμιας αυτοκρατορίας, που απαιτεί και παγκόσμια νομική δικαιοδοσία) αλλά ΚΑΙ να υπογράψει διμερή συνθήκη με τις ΗΠΑ ώστε να υποχρεωθεί η Σερβία να μην εκδώσει σε οποιονδήποτε διεθνή θεσμό (δηλαδή, στο ίδιο δικαστήριο της Χάγης) Αμερικανούς πολίτες οι οποίοι θα κατηγορηθούν για εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας (σε συμφωνία με τη λογική του έθνους- κράτους). Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η σερβική αντίδραση ήταν συγκεχυμένη. Επομένως, η αμερικανική πολιτική πλησιάζει ένα στάδιο τρέλας, και όχι μόνο στις εσωτερικές υποθέσεις όπου το Tea Party προτείνει την πάλη εναντίον του δημοσίου χρέους με μείωση των φόρων, δηλαδή με αύξηση του χρέους. (Εδώ δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς τη γνωστή θέση του Στάλιν ότι στη Σοβιετική Ένωση το κράτος μαραίνεται δυναμώνοντας τα όργανά του, ιδιαίτερα τα όργανα της αστυνομικής καταστολής). Αλλά και στην εξωτερική πολιτική, η εξάπλωση των ιουδαϊκών- χριστιανικών αξιών οργανώνεται με τη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν την έξωση των Χριστιανών, οι οποίοι, ποιος ξέρει, μπορεί να πάνε στο Ιράν... Αυτό σαφέστατα δεν είναι σύγκρουση πολιτισμών, αλλά ένας αληθινός διάλογος και συνεργασία μεταξύ των Αμερικανών πραγματιστών και των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών.

Η κατάστασή μας είναι επομένως ακριβώς το αντίθετο από το πρόβλημα του 20ού αιώνα, όπου ξέραμε τι έπρεπε και θέλαμε να κάνουμε (να εγκαθιδρύσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου κλπ), αλλά έπρεπε να περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή για να μας δοθεί η δυνατότητα να το πράξουμε. Σήμερα, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά πρέπει να δράσουμε τώρα γιατί οι συνέπειες της αδράνειες θα είναι καταστροφικές. Οφείλουμε να ρισκάρουμε βήματα στην άβυσσο του Καινούργιου σε εντελώς δυσμενείς συνθήκες, οφείλουμε να επινοήσουμε εκ νέου πλευρές του Καινούργιου έστω και μόνο για να διατηρήσουμε ό,τι ήταν καλό στο Παλιό (δημόσια εκπαίδευση, υγεία κ.α.). Το περιοδικό στο οποίο αρθρογραφούσε ο Γκράμσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 λεγόταν Il ordine nuovo, Η Νέα Τάξη, ένας τίτλος τον οποίο σφετερίστηκε στη συνέχεια η άκρα Δεξιά. Αντί να δούμε σ’ αυτό το σφετερισμό τον ορό της αλήθειας για τον Γκραμσιανό όρο, κάτι που θα μας επέβαλε να τον εγκαταλείψουμε ως αντίθετο στην επαναστατική ελευθερία της αυθεντικής Αριστεράς, θα έπρεπε να επιστρέψουμε σ’ αυτόν σηματοδοτώντας έτσι το σκληρό πρόβλημα του καθορισμού μιας νέας τάξης, την οποία οφείλει να δημιουργήσει η επανάσταση μετά την επιτυχία της. Εν ολίγοις, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από αυτό που είπε κάποτε ο Στάλιν για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα.

Ο κομμουνισμός σήμερα δεν είναι το όνομα μιας λύσης, αλλά το όνομα ενός προβλήματος: Του προβλήματος των commons, του δημόσιου, κοινού αγαθού σε όλες του τις διαστάσεις- του κοινού αγαθού της Φύσης ως υπόβαθρου της ζωής μας, του κοινού, βιογενετικού μας υλικού, του κοινού πολιτιστικού αγαθού (της συλλογικής μας «πνευματικής ιδιοκτησίας») και, τελευταίο στη σειρά αλλά όχι και σε σημασία, το πρόβλημα του οικουμενικού, δημόσιου χώρου της ανθρωπότητας, από τον οποίο κανείς δεν θα έπρεπε να αποκλείεται. Όποια κι αν είναι η λύση, οφείλουμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα.

Machavelli: a modern thinker


Μακιαβέλλι, ένας σύγχρονος στοχαστής

Του Θανου Βερεμη

Η άσκηση του Νίκολο Μακιαβέλλι (1469-1527) στην τέχνη της πολιτικής αποτελεί μια από τις εισόδους στη νεώτερη πολιτική σκέψη. Οι καινοτομίες που το έργο του μεγάλου Φλωρεντινού εκφράζει είναι πολλές και όχι πάντοτε φανερές. Ο ρεαλισμός, ο εμπειρισμός, η ανάδυση του έθνους-κράτους και ο ουμανιστικός ατομικισμός, ενδημούν στο έργο του.

Πέρα όμως από την τέχνη της εξαπάτησης των αντιπάλων, για την οποία είναι περισσότερο γνωστός ο Μακιαβέλλι, υπάρχει στον «Ηγεμόνα» (1513) του η εντυπωσιακή έκκληση για τον μετασχηματισμό της νοοτροπίας των συγχρόνων του. Ζητάει, από τους συμπατριώτες του να διευρύνουν την αφοσίωσή τους από την τοπική στην εθνική τους πατρίδα, από την πόλη-κράτος στο έθνος-κράτος. Η διεύρυνση αυτή που επικαλείται ο Μακιαβέλλι, προαναγγέλλει τη συγκέντρωση των εξουσιών στο νεώτερο κράτος και την ισορροπία δυνάμεων στις διεθνείς σχέσεις. Πρόκειται για μνημειώδες όραμα ενός νέου κόσμου που βρισκόταν ακόμα στο μέλλον του 17ου αιώνα.

Η γλωσσική ενότητα της δημοτικής ιταλικής την οποία επεξεργάστηκε ο Ντάντε, διακόσια περίπου χρόνια νωρίτερα, συνέβαλε στη δημιουργία μιας γλωσσικής κοινότητας που ενσωμάτωσε ή εξαφάνισε την ποικιλία των διαλέκτων, οι οποίες χώριζαν τους Ιταλούς και κατακερμάτιζαν την Ιταλία. Η ιταλική χερσόνησος την εποχή του Μακιαβέλλι βρισκόταν πλησιέστερα στο ιδανικό της εδαφικής ενοποίησης και της δημιουργίας ενιαίου κράτους, όμως ο οικουμενικός ρόλος του παπικού θεσμού ήταν ακόμα ισχυρός. Στο τελευταίο κεφάλαιο του «Ηγεμόνα», που φέρει τον τίτλο «Προτροπή για την απελευθέρωση της Ιταλίας από τους βαρβάρους», ο Μακιαβέλλι ζητάει από τους συμπατριώτες του να ενώσουν και πάλι την Ιταλία και να επαναφέρουν τη δόξα της αρχαίας Ρώμης.

Μολονότι η ενοποίηση της Ιταλίας θα περιμένει 357 ακόμα χρόνια ώσπου να πραγματοποιηθεί, οι αντιλήψεις του Μακιαβέλλι για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς για πολλά μεγάλα κράτη της εποχής, αλλά και για εκείνα που βρίσκονταν υπό διαμόρφωση. Από τα πρώτα κεφάλαια του «Ηγεμόνα», ο Μακιαβέλλι εγκαταλείπει την ηθική των αρχαίων και μεσαιωνικών δασκάλων, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο προτείνει έναν πρώιμο εθνικισμό ως υποκατάστατο των παραδοσιακών θρησκευτικών πεποιθήσεων που απαρνείται. Πρόκειται για τη γέννηση μιας εγκόσμιας θρησκείας, η οποία θα χρειαστεί μερικούς αιώνες για να διαδοθεί.

Ο «Ηγεμόνας» θα αποτελέσει ακόμα αναγγελία θανάτου του φεουδαλικού συστήματος, όχι μόνο γιατί το έργο διέπεται από ένα απόλυτα κοσμικό πνεύμα και εκφράζεται εχθρικά προς την ηγεσία της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά γιατί αποδίδει στους μελλοντικούς βασιλείς τις συγκεντρωτικές εξουσίες της απόλυτης μοναρχίας. Ο «Ηγεμόνας» του Μακιαβέλλι εκπροσωπεί το σύνολο της επικράτειάς του και συνενώνει γλωσσικά και πολιτισμικά τους υπηκόους του χωρίς άλλη δέσμευση από την αποτελεσματικότητα στη διαχείριση της εξουσίας. Η άσκηση της ισχύος, ώστε να είναι δυνατή η λειτουργία ενός αυτεξούσιου έθνους-κράτους, βρίσκεται στο επίκεντρο του «Ηγεμόνα».

Ο Μακιαβέλλι πρωτοεμφανίστηκε στα κοινά της Φλωρεντίας σε ηλικία 25 ετών, το 1494, μετά την αποπομπή της οικογένειας των Μεδίκων από την εξουσία. Τη χρονιά εκείνη ο Κάρολος VIII της Γαλλίας εγκαινίασε μια περίοδο συγκρούσεων ανάμεσα στην ισχυρή χώρα του, και τις Ισπανία και Αυστρία, για την κατοχή της Ιταλίας. Η Φλωρεντία με τη στρατηγική της σημασία στην ιταλική χερσόνησο έγινε πιόνι ανάμεσα στον πάπα, τον αυτοκράτορα των Αψβούργων και τον Γάλλο βασιλιά. Οπως και ο φανατικός μοναχός Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα, ο Μακιαβέλλι θεώρησε τη γαλλική εισβολή σημαδιακή. Ο πρώτος σαν τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες λαού και κλήρου, ο δεύτερος ως φυσική συνέπεια της διαφθοράς πολιτεύματος και πολιτών. Ο Σαβοναρόλα είχε καεί στην πυρά όταν ο Μακιαβέλλι ανέλαβε το κρατικό του αξίωμα το 1498. Ως γραμματέας των Δέκα διαχειριζόταν την ευθύνη για τις διπλωματικές και στρατιωτικές υποθέσεις της Δημοκρατίας. Ο ίδιος είχε ήδη εκτεθεί στον πολιτικοποιημένο ανθρωπισμό της Αναγέννησης, γνώριζε καλά τους Λατίνους κλασικούς, αλλά και τον Αριστοτέλη από λατινική μετάφραση. Ο Πλούταρχος και ο Πολύβιος επηρέασαν επίσης σημαντικά την πολιτική του σκέψη.

Οι διπλωματικές αποστολές του Μακιαβέλλι, σε ξένες αυλές και ανακτοβούλια προσέφεραν στον διανοητή της πολιτικής πράξης πλούσιο υλικό για το κατοπινό του έργο. Στη Ρώμη γνώρισε τον Καίσαρα Βοργία, νόθο γιο του διαβόητου πάπα Αλέξανδρου VI. Μολονότι ήξερε το πλούσιο μητρώο των εγκλημάτων του -μεταξύ των θυμάτων του υπήρξε ο μεγαλύτερος αδελφός του και ο γαμπρός του- ο Μακιαβέλλι τον χρησιμοποίησε ως ένα από τα πρότυπα που συνιστούν τον τέλειο ηγεμόνα. Του καταμαρτυρούσε μόνον ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του επέτρεψε την άνοδο στον παπικό θρόνο του Ιούλιου ΙΙ, αν και αυτός υπήρξε εχθρός της οικογένειας των Βοργία.

Η ήττα όμως της φλωρεντινής πολιτοφυλακής που ήταν δικό του έργο, το 1512 στη μάχη του Πράτο από συνασπισμό εχθρών, οδήγησε στην πτώση της Φλωρεντινής Δημοκρατίας και την επιστροφή των Μεδίκων στην εξουσία. Η φυλάκιση του Μακιαβέλλι και μετά ο εκτοπισμός του, σήμαναν το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας και την αρχή της συγγραφικής του δραστηριότητας.

Το 1513 τελείωσε τον Ηγεμόνα και τον αφιέρωσε με υστεροβουλία στον Λαυρέντιο Μέδικο. Το 1520 ο καρδινάλιος Ιούλιος Μέδικος, ο οποίος έγινε ο πάπας Κλήμης Ζ΄ το 1523, ανέθεσε στον Μακιαβέλλι τη συγγραφή μιας ιστορίας της Φλωρεντίας. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1525, αλλά ο συγγραφέας του δεν ξαναγύρισε ποτέ στην ενεργό πολιτική. Οι Λόγοι επί της πρώτης δεκάδος του Τίτου Λιβίου, έργο που ολοκληρώθηκε το 1517, υπήρξε ίσως το πιο σημαντικό θεωρητικό του πόνημα.

Ο Μακιαβέλλι δεν είναι πολιτικός φιλόσοφος ανάλογος των αρχαίων ή και μεσαιωνικών του προκατόχων. Υπήρξε ένας πρακτικός της πολιτικής, ο οποίος διέθετε έναν πρωτοφανή ρεαλισμό στην πολιτική του ανάλυση. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η σχέση σκοπών και μέσων στην πολιτική και θεωρεί ότι η βία είναι αναπόσπαστο μέρος της εξουσίας. Εργο του αποτελεσματικού ηγεμόνα είναι η οικονομική διαχείριση της βίας, ώστε να πετυχαίνει τους σκοπούς του χωρίς να γίνεται αναγκαστικά μισητός.

Η συγκρότηση πολιτικής κοινότητας υπήρξε το άλλο μεγάλο ζήτημα που τον απασχολούσε. Την παρακμή της ιδιαίτερης πατρίδας του αποδίδει στη διαφθορά και την ιδιοτέλεια των αρχόντων. Η απουσία πνεύματος ευθύνης από τους συγχρόνους του τον κάνει νοσταλγό της συλλογικής αρετής των αρχαίων. Η επιλογή του ωστόσο της ατομικής πρωτοβουλίας και αυτονόμησης του ηγέτη από παραδοσιακές ηθικές δεσμεύσεις, τον διαχωρίζουν από τους αρχαίους και τον τοποθετούν στη σύγχρονη εποχή. Αν πρέπει να αποφασίσουμε σε ποια συντροφιά διανοητών ανήκει, πιστεύουμε ότι ο Hobbes, o Burke, o Rousseau και οι ρεαλιστές του εικοστού αιώνα, θα του ταίριαζαν καλύτερα. Οι οπαδοί του διαφωτισμού, οι οποίοι εμπιστεύονται τον λογικοκρατούμενο άνθρωπο, ανήκουν σε άλλο στρατόπεδο σκέψης.

Η εχθρική του στάση προς την Εκκλησία («Οσο πλησιέστερα βρίσκονται οι άνθρωποι στην Εκκλησία της Ρώμης τόσο πιο άθρησκοι γίνονται») εξασφάλισαν στον «Ηγεμόνα» περίοπτη θέση στο παπικό index των απαγορευμένων αναγνωσμάτων και η προτροπή του προς τον ηγεμόνα να μην αισθάνεται δέσμιος της ηθικής που ρυθμίζει τις σχέσεις των κανονικών ανθρώπων, έκαναν το όνομά του συνώνυμο με τον κυνισμό. Αν όμως η ανάγνωση του «Ηγεμόνα» γίνει σε συνδυασμό με τους Λόγους… του Τίτου Λιβίου, τότε θα διαπιστώσει κανείς ότι ο Μακιαβέλλι πίστευε στην περιορισμένη διακυβέρνηση, το κράτος δικαίου και την ελευθερία. Η μέριμνά του για την κατάρτιση λειτουργικών συνταγμάτων, σκοπό είχε να συμπληρώσει τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης. Ετσι, ο μεγάλος Φλωρεντινός προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις.

Η αντίληψη όμως που τον διακρίνει από τους προκατόχους του είναι ότι το κράτος αποτελεί φυσικό μόρφωμα. Κάθε κράτος είναι προϊόν της σύνθεσης και της σύγκρουσης φυσικών δυνάμεων. Αν ο ηγεμόνας δεν ερμηνεύσει τις δυνάμεις αυτές κινδυνεύει να ανατραπεί από τον οξύ ανταγωνισμό, ο οποίος παρακολουθεί κάθε εξουσία. Το κύριο ενδιαφέρον του Μακιαβέλλι είναι για τις συγκρούσεις γύρω από την κατάκτηση και τη νομή της αρχής, αλλά χωρίς απόπειρα οικονομικής ερμηνείας της πάλης για την κρατική εξουσία. Ο Μακιαβέλλι ανήκει στην παράδοση του υλισμού και ασχολείται αποκλειστικά με εγκόσμια προβλήματα. Αντίθετα όμως από τον Μαρξ, θεωρεί την επιδίωξη της ισχύος ως μέρος της ψυχολογίας και του χαρακτήρα των πολιτικών και όχι ως προϊόν κοινωνικών αντιθέσεων. Υπάρχει ακόμα στο έργο του και ο παράγων της απροσδιοριστίας με τη μορφή της «τύχης» που κάνει αστάθμητη την έκβαση κάθε πολιτικού αγώνα.

Η τελική επιδίωξη και το βραβείο για τις συγκρούσεις και τις παρελκύσεις των ηγεμόνων είναι η κυριαρχία -αυτό δηλαδή που διακυβεύεται στις αδύνατες κρατικές οντότητες της Ιταλίας του Μακιαβέλλι. Η σημασία της κυριαρχίας είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο στη σκέψη του Φλωρεντίνου και αποτελεί ένα ακόμα διακριτικό ορόσημο ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη πολιτική θεωρία.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ