Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Slavoj Zizek, "Living in the Monsters Times"


Slavoj Zizek,  "Ζώντας στην εποχή των τεράτων- Η κρίση, η Ευρώπη, ο Κομμουνισμός"                                                                                                         

Λέγεται ότι στην Κίνα, αν πραγματικά μισούν κάποιον, η κατάρα που του εκτοξεύουν είναι: «Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς»! Στην ανθρώπινη ιστορία, «ενδιαφέροντες καιροί» είναι, στην πραγματικότητα, εποχές αναταραχών, πολέμων και σύγκρουσης για την εξουσία, με βαριές συνέπειες για εκατομμύρια αθώους. Σήμερα, είναι φανερό ότι πλησιάζουμε μια νέα εποχή για την οποία θα αρμόζει η περιγραφή «ενδιαφέροντες καιροί». Μετά από δεκαετίες κοινωνικού κράτους (ή μάλλον υπόσχεσης κοινωνικού κράτους), κατά τις οποίες τα μέτρα λιτότητας περιορίζονταν σε σύντομες περιόδους και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα σύντομα θα επέστρεφαν στην ομαλότητα, εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η κρίση- ή μάλλον ένα είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης- μαζί με την ανάγκη κάθε είδους μέτρων λιτότητας (περικοπές επιδομάτων, συρρίκνωση της δωρεάν παιδείας και υγείας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κ.α.) γίνονται μόνιμες, σταθερές της καθημερινότητας, ένας νέος τρόπος ζωής. 

Τι σημαίνει αυτό για την Αριστερά της εποχής μας; Στην ψυχαναλυτική θεραπεία, οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει τι πραγματικά επιθυμεί: Θέλω πράγματι αυτό που νομίζω ότι θέλω; Πάρτε την χαρακτηριστική περίπτωση του συζύγου που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη εξωσυζυγική σχέση, ονειρευόμενος διαρκώς ότι η γυναίκα του με κάποιο τρόπο θα εξαφανιστεί (θα πεθάνει, θα τον χωρίσει ή ό,τι άλλο), έτσι ώστε να ζήσει μια κανονική ζωή με την ερωμένη του- αλλά όταν έρχεται αυτή η ποθητή στιγμή, ο κόσμος του καταρρέει, καθώς ανακαλύπτει ότι δεν θέλει πια την ερωμένη του. Όπως λέει μια παλιά παροιμία, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που είναι χειρότερο από το να μην πετυχαίνεις αυτό που θέλεις- κι αυτό είναι να το πετύχεις! Έτσι λοιπόν, έρχεται σήμερα και για τους αριστερούς διανοούμενους η στιγμή της αλήθειας: Θέλατε πραγματική αλλαγή, ωραία λοιπόν, τώρα θα την έχετε! Πίσω στο 1937, στο έργο του «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραφε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι «κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμής της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει». Οι ριζοσπάστες επικαλούνται την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής εν είδει δεισιδαιμονικής τελετουργίας που θα πετύχει το αντίθετό της, εμποδίζοντας να εκδηλωθεί η πραγματική αλλαγή. Κι αν είναι να εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση, αυτό πρέπει να συμβεί σε ασφαλή απόσταση: Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα… έτσι ώστε, ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι τα μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την ακαδημαϊκή μου καριέρα.

Αυτή η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπονομετική, πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Όταν ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, από τη σκοπιά του Χριστιανού, «δεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες, ούτε Εβραίοι και Έλληνες», διατυπώνει την ιδέα ότι οι αναφορές σε εθνικές ρίζες, ταυτότητες κλπ δεν αποτελούν κατηγορίες της αλήθειας, ή, για να το θέσουμε ακριβώς με Καντιανούς όρους, όταν αναφερόμαστε σε εθνικές ρίζες, ασκούμε την ιδιωτική χρήση του λόγου, η οποία περιορίζεται από ιδιαίτερα, δογματικά προτάγματα, δηλαδή δρούμε ως «ανώριμοι» ιδιώτες και όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι ενεργούν στη διάσταση του οικουμενικού λόγου. Για τον Καντ, ο δημόσιος χώρος της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» σηματοδοτεί το παράδοξο της οικουμενικής μοναδικότητας, του μοναδικού υποκειμένου το οποίο, με ένα είδος βραχυκυκλώματος, προσπερνώντας τη διαμεσολάβηση του ιδιαίτερου, συμμετέχει απ’ ευθείας στο Οικουμενικό. Υπό αυτό το πρίσμα, το “ιδιωτικό” δεν είναι το υλικό της ατομικότητάς μας σε αντιδιαστολή με τους κοινοτικούς δεσμούς, αλλά η ίδια η κοινοτική- θεσμική τάξη της ιδιαίτερης ταυτότητάς μας.

Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα»- στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου. Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου»- δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις- στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης με πρακτικές ανάγκες- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης, που θα μας βοηθήσει να επιλύσουμε συγκεκριμένα, πρακτικά προβλήματα- με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.τ.μ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης (σ.τ.μ. όρος που παραπέμπει στον Λουί Αλτουσέρ). Η καπιταλιστική νεωτερικότητα επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του δημόσιου, σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται από την νομική τάξη πραγμάτων ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας. Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία:

-Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

-Στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται από μισθοφόρους.

-Ακόμη και το πεδίο των διαπροσωπικών, συναισθηματικών σχέσεων οργανώνεται ολοένα και περισσότερο βάσει των γραμμών που καθορίζουν οι σχέσεις της αγοράς. Ο Αλέν Μπαντιού ανέπτυξε τον παραλληλισμό ανάμεσα στη σύγχρονη αναζήτηση ερωτικού συντρόφου ή συζύγου μέσω οργανωμένων πρακτορείων του είδους και στην πανάρχαια διαδικασία της προεπιλογής του γαμπρού ή της νύφης από τους γονείς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ρίσκο του να ερωτευθεί κανείς αίρεται, το τυχαίο στο ερωτικό παιχνίδι εξαφανίζεται χάρη στους προηγηθέντες διακανονισμούς που παίρνουν υπ΄ όψιν όλα τα υλικά και ψυχολογικά συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών. Να γιατί τα γραφεία συνοικεσίων είναι κατ΄ εξοχήν αντιερωτικοί μηχανισμοί. Το στοίχημα είναι να οργανώσουν τον έρωτα ως πραγματική, ελεύθερη επιλογή- διαλέγω τον υποψήφιο που μου ταιριάζει περισσότερο, αφού επιθεωρήσω προσεκτικά τον κατάλογο των υποψηφίων.

Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα- ιδεολογικός. Φυσικά, οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους (ΙΜΚ) είναι πάντα παρόντες- και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ- ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.

Η πλήρης μετατροπή της ιδεολογίας σε φυσική κατάσταση πραγμάτων (εξάλειψη της ιδεολογίας από την ίδια την ιδεολογία) επιβάλλει ένα δυσάρεστο, αλλά αναπόδραστο συμπέρασμα αναφορικά με την παγκόσμια, κοινωνική δυναμική του καιρού μας: Σήμερα, είναι ο καπιταλισμός που εμφανίζεται πραγματικά ως επαναστατικός, καθώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες μεταμόρφωσε ολόκληρο το τοπίο, από τις τεχνολογίες μέχρι την ιδεολογία, ενώ τόσο οι συντηρητικοί, όσο και οι σοσιαλδημοκράτες κατά κανόνα απλώς αντιδρούσαν σε αυτές τις αλλαγές, προσπαθώντας εναγωνίως να διατηρήσουν κάποια από τα παλαιά κεκτημένα. Σε έναν παρόμοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να ακούγεται σαν αδύνατο όνειρο, αλλά ο όρος «αδύνατο» επιβάλει να σταματήσουμε λίγο και να σκεφτούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εποχή της ωριμότητας, στην οποία, με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, κλπ, κλπ. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών». Ο λόγος είναι ότι ζούμε σε μια μετα- πολιτική εποχή μετατροπή της οικονομίας σε δεύτερη Φύση: οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται κατά κανόνα ως επιταγές μιας αμιγώς οικονομικής αναγκαιότητας- όταν επιβάλλονται μέτρα λιτότητας, μας λένε ξανά και ξανά ότι είναι εντελώς αναγκαία. Επομένως, έχει έρθει ίσως η ώρα να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας περί δυνατού και αδύνατου: Κάτι λάθος πρέπει να υπάρχει σε έναν κόσμο όπου είναι δυνατό να γίνουμε αθάνατοι, αλλά αδύνατο να ξοδέψουμε λίγο περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση.

Το πρόβλημα εδώ είναι βαθύτερο από ό,τι εμφανίζεται: Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σημερινού καπιταλισμού είναι η ιδιωτικοποίηση αυτού που ο Μαρξ ονόμασε «γενική διάνοια» - ένα ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της διαπάλης γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η οικονομική εκμετάλλευση με την κλασική, μαρξιστική έννοια δεν είναι πλέον δυνατή, γι αυτό είναι ανάγκη να επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο με χρήση του νομικού οπλοστασίου, δηλαδή εξωοικονομικών δυνάμεων. Να γιατί γίνεται αναγκαία, ολοένα και περισσότερο, η απ’ ευθείας ενεργοποίηση της εξουσίας, ώστε να επιβληθούν οι αυθαίρετες, νομικές προϋποθέσεις για την απόσπαση ρέντας (προσόδου), κάτι που δεν διασφαλίζεται «αυθόρμητα», από τη λειτουργία της αγοράς. Ίσως εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης αντίθεση του σύγχρονου, «μεταμοντέρνου» καπιταλισμού. Ενώ η λογική του είναι η απορρύθμιση, το λιγότερο κράτος, η νομαδική- μη εδαφική ανάπτυξη κλπ, η βασική τάση της «μετατροπής του κέρδους σε ρέντα» σηματοδοτεί τον ενισχυμένο ρόλο του κράτους, του οποίου η ρυθμιστική (και όχι μόνο) λειτουργία είναι πανταχού παρούσα. Η δυναμική απορρύθμιση συνυπάρχει και στηρίζεται σε ολοένα και περισσότερο αυταρχικές παρεμβάσεις του κράτους και των μηχανισμών του. Αυτό λοιπόν που μπορούμε να διακρίνουμε στον ορίζοντα της ιστορικής εξέλιξης είναι μια κοινωνία στην οποία η ελευθεριακή, ηδονιστική ζωή των ατόμων συνυπάρχει με (και συντηρείται από) ένα σύνθετο δίκτυο ρυθμιστικών, κρατικών μηχανισμών. Αντί να εξαφανίζεται, το κράτος ενισχύεται στις μέρες μας.

Για να θέσουμε το ζήτημα λίγο διαφορετικά, ο σύγχρονος καπιταλισμός προκαλεί καταστάσεις όπου απαιτούνται μεγάλης κλίμακας κρατικές παρεμβάσεις, αλλά το πρόβλημα είναι ότι το κοινοβουλευτικό- δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει γρήγορες, ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Ξαφνικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οικολογικές καταστροφές, μεγάλης κλίμακας οικονομικές αναδιαρθρώσεις- όλα αυτά απαιτούν ένα σώμα με καθαρή εξουσιοδότηση να επιβάλει γρήγορα αποτελεσματικά αντίμετρα, παρακάμπτοντας τις αβρότητες των μακρόσυρτων, δημοκρατικών διαβουλεύσεων. Θυμηθείτε τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του φθινοπώρου του 2008: Ο πανικός ήταν απόλυτος και επέβαλε σε χρόνο μηδέν μια διεθνική, διαπαραταξιακή συμπαράταξη, όπου όλες οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των ηγετών του κόσμου προσωρινά ξεχάστηκαν ώστε να αποτραπεί Η καταστροφή. Αυτό που σήμανε η περιλάλητη διακομματική συναίνεση, που τόσο εξύμνησαν οι Αμερικανοί, είναι ότι η δημοκρατία είχε ντε φάκτο αρθεί: Δεν υπήρχε χρόνος για να αναλωθεί κανείς σε συνήθεις, δημοκρατικές διαδικασίες, επομένως αυτοί που ήταν αντίθετοι με το σχέδιο, στους κόλπους του αμερικανικού Κογκρέσου, αναγκάστηκαν πολύ γρήγορα να ευθυγραμμιστούν με την κυρίαρχη γραμμή. Μπους, Μακέιν και Ομπάμα σχημάτισαν ενιαίο μέτωπο, εξηγώντας στην αμήχανη κοινή γνώμη ότι δεν υπήρχε χρόνος για παρατεταμένη, δημοκρατική συζήτηση- βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επομένως πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα. Δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς που, σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, αυταρχικά καθεστώτα σαν εκείνο της Κίνας αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα από τις σύγχρονες δημοκρατίες.


Οι κομμουνιστές που βρίσκονται στην εξουσία είναι σήμερα οι πιο δυναμικοί καπιταλιστές. Μήπως δεν είναι αυτό η έσχατη ένδειξη θριάμβου του καπιταλισμού; Μια άλλη ένδειξη αυτού του θριάμβου είναι το γεγονός ότι η κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να ανέχεται αυτό που εμφανίζεται ως ανελέητη κριτική. Δεν έχουμε έλλειμμα αντικαπιταλισμού στις μέρες μας, αντίθετα γινόμαστε μάρτυρες πληθωρικής κριτικής στα δεινά που συσσωρεύει ο καπιταλισμός. Βιβλία, εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές στηλιτεύουν κατά κόρον ασύδοτες εταιρείες που μολύνουν το περιβάλλον, διεφθαρμένους τραπεζίτες που συνεχίζουν να εισπράττουν γενναία μπόνους ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται με δημόσια κονδύλια, για βιομηχανικά κάτεργα που εκμεταλλεύονται υπερωριακή παιδική εργασία και πάει λέγοντας. Υπάρχει όμως μια παγίδα σε όλο αυτό το χείμαρρο της κριτικής: Αυτό που δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι το δημοκρατικό- φιλελεύθερο πλαίσιο της πάλης εναντίον αυτών των ακροτήτων. Ο ρητός ή υπόρρητος στόχος είναι ο εκδημοκρατισμός του καπιταλισμού, η επέκταση του δημοκρατικού ελέγχου στην οικονομία, μέσω της πίεση των μέσων ενημέρωσης, των κοινοβουλευτικών επιτροπών ελέγχου, της σκληρότερης νομοθεσίας, των εισαγγελικών παρεμβάσεων κλπ- χωρίς όμως ποτέ να αμφισβητείται το θεσμικό πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που δεν τολμούν να αγγίξουν ακόμη και οι τις πιο ριζοσπαστικές μορφές «ηθικού καπιταλισμού», όπως τα κινήματα τύπου Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε.

Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των δυτικών θεσμών, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων- ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ επαναστατική, ταξική πάλη, όχι δημοκρατικές εκλογές ή άλλα πολιτικά μέτρα με τη στενή έννοια του όρου. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας και είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα- π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα τη φόρμουλα της «αμυντικής βίας». Πρέπει να καταγγείλουμε τη βία (π.χ. τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ως βασικό τρόπο δράσης να στραφούμε στην οικοδόμηση ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή βίαιης αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει διά της βίας και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο είναι αδύνατο να διαχωρίσει κανείς τη βία από την ίδια την ύπαρξη της αγοράς και του κράτους. Στην παρέμβασή του στο Αριστερό Φόρουμ του Λονδίνου, το 2010, ο Τζον Χόλογουεϊ, άρτι αφιχθείς από την Ελλάδα, ανέφερε ως παράδειγμα άσκησης του κομμουνισμού ένα πάρκο στην Αθήνα που είχε καταληφθεί από διαδηλωτές και λειτουργούσε ως απελευθερωμένη ζώνη, με αφίσες στις εισόδους του που έγραφαν «Απαγορεύεται η είσοδος στον καπιταλισμό». Στο εσωτερικό του, απαγορευόταν η εμπορευματοποίηση, οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να συγκεντρώνονται, να χορεύουν, να συζητούν. Αλλά οι καπιταλιστές αναμφίβολα θα χαιρέτιζαν παρόμοιες νησίδες ως ζώνες αναψυχής που δίνουν στους εργάτες τους μεγαλύτερη ζωτικότητα όταν επιστρέφουν στη δουλειά. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί όταν ακούμε για παρόμοιες ζώνες απόσυρσης, όπου ο Μπαντιού συναντά τον Χόλογουεϊ. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι, δεδομένων των καταστροφικών αποτελεσμάτων που είχε το κομμουνιστικό κίνημα του εικοστού αιώνα, με τον προσήλωσή του στην κατάληψη της εξουσίας, οφείλουμε να καταγγείλουμε τη βία, περιορίζοντάς την στην προάσπιση ελεύθερων χώρων απόσυρσης. Ωστόσο, οφείλει κανείς να λάβει εξίσου υπόψη πως αυτοί που ασκούν το κρατικό μονοπώλιο στη βία πάντα αγαπούν εκείνους που διατείνονται ότι τα προβλήματα είναι «βαθύτερα» από το ποιος έχει την εξουσία, αφού τέτοιου είδους άνθρωποι δεν αντιπροσωπεύουν καμία απειλή για την κυριαρχία τους.

Που βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα; Ο Μπαντιού περιγράφει έξοχα την μετα- σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων με την έκφραση: «Αυτή η προβληματική κατάσταση, όπου βλέπουμε το Κακό να χορεύει πάνω στα ερείπια του Κακού». Δεν υπάρχει εδώ χώρος για οποιαδήποτε νοσταλγία, τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν «κακά», αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτό που το αντικατέστησε ήταν επίσης «κακό», αν και με διαφορετικό τρόπο. Αν σ’ αυτές τις συνθήκες το κομμουνιστικό σχέδιο πρέπει να ανανεωθεί ως πραγματική εναλλακτική λύση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, τότε οφείλουμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, με μια καθαρή ρήξη με την εμπειρία του κομμουνισμού του εικοστού αιώνα. Πρέπει επίσης να μην ξεχνάμε ότι το 1990 ήταν η ήττα όχι μόνο του κομμουνιστικού κρατικού σοσιαλισμού, αλλά και η ήττα της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας. Να γιατί είναι εντελώς εσφαλμένο να εναποθέτει κανείς ελπίδες σε ισχυρά (πλήρως κυρίαρχα) έθνη- κράτη, τα οποία θα μπορούσαν, υποτίθεται, να υπερασπιστούν τα κεκτημένα του κοινωνικού κράτους, απέναντι σε υπερεθνικά σώματα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, κατά την ίδια εκδοχή, λειτουργεί ως όργανο του παγκόσμιου κεφαλαίου στην υπηρεσία της αποδόμησης των υπολειμμάτων κοινωνικού κράτους. Από αυτό το σημείο, απέχουμε μόνο ένα βήμα μέχρι να αποδεχθούμε τη «στρατηγική συμμαχία» με την εθνικιστική Δεξιά, η οποία ανησυχεί για τη διάλυση της εθνικής ταυτότητας στην πολυεθνική Ευρώπη.

Στις 17 Οκτωβρίου, η Άγκελα Μέρκελ δήλωσε: «Αυτή η πολυπολιτισμική προσέγγιση, που λέει ότι ζούμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, απέτυχε. Απέτυχε οικτρά». Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ήταν συνεπής, απηχώντας με καθυστέρηση δύο ετών τη συζήτηση περί Leitkultur (κυρίαρχου πολιτισμού), τότε που οι συντηρητικοί επέμεναν ότι κάθε κράτος στηρίζεται σε έναν πολιτισμό, τον οποίο οι υπόλοιπες εθνικές ομάδες που ζουν στην επικράτεια του κράτους οφείλουν να σέβονται. Αντί να παριστάνουμε τις ευγενικές ψυχές που θρηνούν για την αναδυόμενη, ρατσιστική Ευρώπη, την οποία αναγγέλλουν παρόμοιες δηλώσεις, θα έπρεπε να σκεφτούμε αυτοκριτικά και να αναρωτηθούμε σε ποιο βαθμό η δική μας, αφηρημένη αντίληψη περί πολυπολιτισμικότητας συνέβαλε στη δυσάρεστη τροπή των εξελίξεων. Η σύγκρουση περί πολυπολιτισμικότητας είναι όντως σύγκρουση περί Leitkultur: Δεν είναι σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, αλλά σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς θα μπορούσαν να συνυπάρχουν οι διαφορετικοί πολιτισμοί, σύγκρουση γύρω από τους κανόνες και τις πρακτικές που αυτοί οι πολιτισμοί οφείλουν να μοιράζονται αν πρόκειται να συνυπάρξουν. Επομένως, οφείλει κανείς να αποφύγει να πιαστεί στην παγίδα του φιλελεύθερου παιχνιδιού «πόση ανεκτικότητα μπορούμε να δείξουμε για τον Άλλο»- αν μπορούμε να δείξουμε ανεκτικότητα όταν δέρνουν τις γυναίκες τους, όταν κανονίζουν τους γάμους των παιδιών τους, όταν καταπιέζουν τους ομοφυλόφυλους και πάει λέγοντας. Σ’ αυτό το επίπεδο, φυσικά, ποτέ δεν είμαστε αρκετά ανεκτικοί, ή ίσως είμαστε ήδη υπερβολικά ανεκτικοί, παραμερίζοντας τα δικαιώματα των γυναικών, για παράδειγμα. Ο μόνος τρόπος να βγούμε από το αδιέξοδο είναι να προτείνουμε και να παλέψουμε για ένα θετικό, οικουμενικό σχέδιο, το οποίο θα μοιράζονται όλα τα μέρη. Να γιατί κρίσιμο ζήτημα για όλους όσοι αγωνίζονται σήμερα για τη χειραφέτηση είναι να πάνε πιο μακριά από τον απλό σεβασμό του άλλου, σε μια θετική Leitkultur κοινωνικής χειραφέτησης, της μόνης που μπορεί να εγγυηθεί τη συνύπαρξη και μίξη διαφορετικών πολιτισμών.

Στη Δυτική και την Ανατολική Ευρώπη, υπάρχουν σημάδια μακροπρόθεσμης αναδιάταξης του πολιτικού χώρου. Μέχρι πρόσφατα, στο πολιτικό σκηνικό κυριαρχούσαν δύο κόμματα που απευθύνονταν στο σύνολο του εκλογικού σώματος, η κεντροδεξιά (χριστιανοδημοκράτες, συντηρητικοί κ.α.) και η κεντροαριστερά (σοσιαλιστές ή σοσιαλδημοκράτες), ενώ μικρότερα κόμματα απευθύνονταν σε περιορισμένα τμήματα του εκλογικού σώματος (οικολόγοι, φιλελεύθεροι κ.α.). Τώρα, αναδύεται σταδιακά ένα κόμμα που υπερασπίζεται τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό σαν τέτοιο, συνήθως με σχετικά ανεκτική στάση σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις, τα δικαιώματα των ομοφυλοφύλων, των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων κλπ. Σε αντιπαράθεση με αυτό το κόμμα τοποθετείται ένα ολοένα και ισχυρότερο αντιμεταναστευτικό, λαϊκιστικό κόμμα το οποίο συνορεύει με ανοιχτά ρατσιστικές, νεοφασιστικές ομάδες. Παραδειγματική περίπτωση από αυτή την άποψη είναι η Πολωνία: Μετά την εξαφάνιση των πρώην κομμουνιστών, τα βασικά κόμματα είναι το «αντι- ιδεολογικό», κεντρώο, φιλελεύθερο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Ντόναλντ Ντουσκ και το συντηρητικό, χριστιανικό κόμμα των αδελφών Κατσίνσκι. Ο Μπερλουσκόνι, στην Ιταλία, αποδεικνύει ότι και αυτή, η έσχατη μορφή αντιπολίτευσης δεν είναι αξεπέραστη: Το ίδιο κόμμα, το Forza Italia, μπορεί να είναι ταυτόχρονα το κόμμα του παγκόσμιου καπιταλισμού και να ενσωματώνει τη λαϊκιστική τάση εναντίον των μεταναστών. Στην απολίτικη σφαίρα της μετα- ιδεολογικής διοίκησης, ο μόνος τρόπος να κινητοποιήσει κανείς τις μάζες είναι να τους ξυπνήσει το φόβο (για τους μετανάστες, δηλαδή για τον πλησίον).

Μήπως δεν είναι το Tea Party των Ηνωμένων Πολιτειών η αμερικανική εκδοχή αυτού του λαϊκισμού της Δεξιάς που αναδύεται σταδιακά ως η μόνη πραγματική αντιπολίτευση στη φιλελεύθερη συναίνεση; Φυσικά, το Tea Party έχει ορισμένα χαρακτηριστικά αμιγώς αμερικανικά, που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε με ασφάλεια ότι η άνοδός του θα συνδεθεί με την περαιτέρω πτώση της αμερικανικής ισχύος στον κόσμο. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, όμως, η σύγκρουση μεταξύ ρεπουμπλικανικού κατεστημένου και Tea Party, που ήδη εκδηλώνεται εδώ κι εκεί: Επικεφαλής μεγάλων τραπεζών συναντήθηκαν ήδη με τους ηγέτες των Ρεπουμπλικανών που τους υποσχέθηκαν ότι θα ανακαλέσουν το νόμο του Βόλκερ για τον περιορισμό της κερδοσκοπίας που οδήγησε στην κατάρρευση του 2008. Το Tea Party έθεσε ως πρώτο στόχο του να επεκταθούν οι φοροαπαλλαγές του Μπους για τους πολύ πλούσιους, προσθέτοντας έτσι εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε ένα έλλειμμα που υποτίθεται ότι καταπολεμά. Στα μέσα του 2009, καθόμουν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στις Συρακούσες, κάνοντας ζάπινγκ. Το ένα κανάλι έδειχνε ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο, αριστερό τραγουδιστή της αμερικάνικης μουσικής «κάντρι» Πίτερ Σίγκερ, ενώ το Fox News είχε ρεπορτάζ για μια συγκέντρωση του Tea Party εναντίον της φορολογίας, στο Όστιν του Τέξας, όπου ένας άλλος τραγουδιστής της κάντρι τραγουδούσε ένα λαϊκιστικού ύφους κομμάτι εναντίον του Ομπάμα, γεμάτο παράπονα για τη βαριά φορολογία των σκληρά εργαζόμενων από την Ουάσιγκτον, που καταλήγει να ενισχύει τους μεγαλόσχημους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Το βραχυκύκλωμα ανάμεσα στα δύο κανάλια μου προκάλεσε ηλεκτροπληξία, με δύο αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Πρώτον, υπήρχε αυτή η αλλόκοτη ομοιότητα μεταξύ των δύο τραγουδιστών, οι οποίοι άρθρωναν παρόμοιες, λαϊκίστικες διαμαρτυρίες εναντίον του κατεστημένου, των πλούσιων εκμεταλλευτών και του κράτους τους και ζητούσαν ριζοσπαστική απάντηση, μέχρι και πολιτική ανυπακοή. Ήταν άλλη μια επώδυνη υπενθύμιση της αλήθειας που λέει ότι, σε επίπεδο μορφής και οργάνωσης, η σημερινή ριζοσπαστική, λαϊκιστική Δεξιά θυμίζει κατά παράδοξο τρόπο την παλιά, λαϊκιστική, ριζοσπαστική Αριστερά (μήπως και οι σημερινές ομάδες Χριστιανών φονταμενταλιστών, με το μισοπαράνομο καθεστώς τους που αναγορεύει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ως τον κύριο εχθρό τους, δεν οργανώνονται με τρόπο που θυμίζει Μαύρους Πάνθηρες της δεκαετίας του ’60;). Για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίσει να δουλεύει αυτή η επιδέξια ιδεολογική χειραγώγηση; Για πόσο καιρό η βάση του Tea Party θα μένει προσκολλημένη στον θεμελιώδη ανορθολογισμό του να επιδιώκει να προστατεύσει τα συμφέροντα των σκληρά εργαζόμενων, συνηθισμένων ανθρώπων δίνοντας νέα προνόμια στους «πλούσιους εκμεταλλευτές»; Εδώ ακριβώς αρχίζει ο ιδεολογικός αγώνας: Ο κατάφορος ανορθολογισμός των διαδηλώσεων του Tea Party μαρτυρά τη δύναμη της ιδεολογίας της «ελευθερίας του ατόμου ενάντια στην κρατική παρέμβαση», η οποία μπορεί να θολώσει ακόμη και τα πιο οφθαλμοφανή γεγονότα.

Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινισιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη- κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου. Η ιδέα του να αντισταθούμε στον παγκόσμιο καπιταλισμό στο όνομα της υπεράσπισης συγκεκριμένων εθνικών ταυτοτήτων είναι σήμερα περισσότερο αυτοχειριαστική από ποτέ, με το φάντασμα του «δόγματος τσούτσε», της Βορειοκορεάτικης εκδοχής της αυτάρκειας, να πλανιέται πάνω μας.

Ίσως ο πιο περιεκτικός χαρακτηρισμός της εποχής που άρχισε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να βρίσκεται στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Γκράμσι: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί. Τώρα, είναι η εποχή των τεράτων». Μήπως ο φασισμός και ο σταλινισμός δεν ήταν τα δίδυμα τέρατα του εικοστού αιώνα, ο πρώτος βγαλμένος μέσα από την εναγώνια προσπάθεια του παλιού κόσμου να κρατηθεί στη ζωή κι ο άλλος από την εκτρωματική απόπειρα οικοδόμησης ενός νέου κόσμου; Και τι να πούμε για τα τέρατα που συναντάμε σήμερα και τα οποία θρέφονται από τα τεχνοκρατικά όνειρα για μια κοινωνία με γενετικά ελεγχόμενο πληθυσμό; Το παράδοξο αυτό θα πρέπει να μας οδηγήσει στα αναγκαία συμπεράσματα: Πιθανόν να μην υπάρχει ευθεία οδός προς το καινούργιο, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το είχαμε φανταστεί, και τα τέρατα επανεμφανίζονται κάθε φορά που προσπαθούμε να εκβιάσουμε αυτό το πέρασμα προς το Καινούργιο.

Τα σημάδια της ανικανότητας της κυρίαρχης τάξης να ασκήσει την κυριαρχία της πολλαπλασιάζονται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην κορυφή της πυραμίδας, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επί δύο χιλιετίες, οι Χριστιανοί της Μέσης Ανατολής επιβίωσαν απειράριθμων καταστροφών, από το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την ήττα στις Σταυροφορίες, την κατάρρευση της αποικιοκρατίας στις αραβικές χώρες, την επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν κλπ- με μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία, τον κύριο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή, όπου δεν υπάρχουν αυτόχθονες Χριστιανοί. Στο Ιράκ, υπήρχαν περίπου ένα εκατομμύριο Χριστιανοί επί Σαντάμ, οι οποίοι ζούσαν επί ίσους όρους με τους υπόλοιπους πολίτες, μάλιστα ένας από αυτούς, ο Ταρίκ Αζίζ, έφτασε να γίνει υπουργός Εξωτερικών και έμπιστος του Σαντάμ. Στη συνέχεια, όμως, κάτι αλλόκοτο συνέβη στους Χριστιανούς του Ιράκ, μια πραγματική καταστροφή, από τη στιγμή που ένας Χριστιανικός στρατός κατέλαβε (ή απελευθέρωσε, αν θέλετε) το Ιράκ. Ο Χριστιανικός στρατός κατοχής διέλυσε τις κοσμικές, ένοπλες δυνάμεις του Ιράκ και άφησε ανοιχτό το δρόμο στις παραστρατιωτικές ομάδες των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών να τρομοκρατούν τους Χριστιανούς, μαζί με τις αντίπαλες μουσουλμανικές φατρίες. Δεν είναι περίεργο που περίπου οι μισοί Χριστιανοί εγκατέλειψαν τη χώρα, προτιμώντας τη «Συρία που στηρίζει την τρομοκρατία» από «το απελευθερωμένο Ιράκ που ελέγχεται από έναν Χριστιανικό στρατό».

Το 2010, τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Ο Ταρίκ Αζίζ, που γλύτωσε από προηγούμενες δίκες, καταδικάστηκε από δικαστήριο Σιιτών σε απαγχονισμό για την «καταδίωξη μουσουλμανικών κομμάτων» (δηλαδή, ισλαμιστών φονταμενταλιστών) επί Σαντάμ Χουσείν. Οι βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Χριστιανών και των εκκλησιών τους ακολούθησαν η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς, έτσι που ο αρχιεπίσκοπος Βαγδάτης Αθανάσιος Νταβούντ κάλεσε, τον Νοέμβριο του 2010, το ποίμνιό του να φύγει από τη χώρα: «Οι Χριστιανοί πρέπει να εγκαταλείψουν την αγαπημένη πατρίδα των προγόνων τους για να γλυτώσουν από την προγραμματισμένη εθνοκάθαρση. Είναι το λιγότερο κακό σε σύγκριση με τον αφανισμό μας». Και για να δοθεί ακόμη περισσότερη έμφαση, τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν τον ίδιο μήνα ότι επικυρώθηκε η ανανέωση του πρωθυπουργικού αξιώματος στον Αλ Μαλικί χάρη στην υποστήριξη του Ιράν. Έτσι, το αποτέλεσμα της αμερικανικής παρέμβασης ήταν να γίνει το Ιράν, ο βασικός παράγοντας του Άξονα του Κακού, σχεδόν κυρίαρχη δύναμη στο Ιράκ. Λες και, σε μια σύγχρονη επίδειξη «πονηρίας του Λόγου», το αόρατο χέρι κάποιου πεπρωμένου τα κανονίζει έτσι που ξανά και ξανά μια αμερικανική παρέμβαση ενισχύει ακριβώς τους παράγοντες εναντίον των οποίων έγινε αυτή η παρέμβαση.

Από που έρχεται αυτό το αόρατο χέρι; Το πρόβλημα με τη σημερινή Αμερική είναι όχι ότι αποτελεί μια νέα, παγκόσμια Αυτοκρατορία, αλλά ότι ΔΕΝ είναι κάτι τέτοιο: Ενώ παριστάνει την αυτοκρατορία, συνεχίζει να δρα ως κράτος- έθνος, που προωθεί ανελέητα τα συμφέροντά του. Είναι σαν η κατευθυντήρια γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να είναι η παράδοξη αντιστροφή του γνωστού, οικολογικού συνθήματος: να δρούμε παγκόσμια, να σκεφτόμαστε τοπικά! Αυτή η αντίφαση εκδηλώθηκε ανάγλυφα με τη διπλή πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ στη Σερβία το 2003: οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ απαιτούσαν ταυτόχρονα από τη σερβική κυβέρνηση να εκδώσει τους ύποπτους για εγκλήματα πολέμου στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης (σε συμφωνία με τη λογική της παγκόσμιας αυτοκρατορίας, που απαιτεί και παγκόσμια νομική δικαιοδοσία) αλλά ΚΑΙ να υπογράψει διμερή συνθήκη με τις ΗΠΑ ώστε να υποχρεωθεί η Σερβία να μην εκδώσει σε οποιονδήποτε διεθνή θεσμό (δηλαδή, στο ίδιο δικαστήριο της Χάγης) Αμερικανούς πολίτες οι οποίοι θα κατηγορηθούν για εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας (σε συμφωνία με τη λογική του έθνους- κράτους). Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η σερβική αντίδραση ήταν συγκεχυμένη. Επομένως, η αμερικανική πολιτική πλησιάζει ένα στάδιο τρέλας, και όχι μόνο στις εσωτερικές υποθέσεις όπου το Tea Party προτείνει την πάλη εναντίον του δημοσίου χρέους με μείωση των φόρων, δηλαδή με αύξηση του χρέους. (Εδώ δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς τη γνωστή θέση του Στάλιν ότι στη Σοβιετική Ένωση το κράτος μαραίνεται δυναμώνοντας τα όργανά του, ιδιαίτερα τα όργανα της αστυνομικής καταστολής). Αλλά και στην εξωτερική πολιτική, η εξάπλωση των ιουδαϊκών- χριστιανικών αξιών οργανώνεται με τη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν την έξωση των Χριστιανών, οι οποίοι, ποιος ξέρει, μπορεί να πάνε στο Ιράν... Αυτό σαφέστατα δεν είναι σύγκρουση πολιτισμών, αλλά ένας αληθινός διάλογος και συνεργασία μεταξύ των Αμερικανών πραγματιστών και των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών.

Η κατάστασή μας είναι επομένως ακριβώς το αντίθετο από το πρόβλημα του 20ού αιώνα, όπου ξέραμε τι έπρεπε και θέλαμε να κάνουμε (να εγκαθιδρύσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου κλπ), αλλά έπρεπε να περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή για να μας δοθεί η δυνατότητα να το πράξουμε. Σήμερα, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά πρέπει να δράσουμε τώρα γιατί οι συνέπειες της αδράνειες θα είναι καταστροφικές. Οφείλουμε να ρισκάρουμε βήματα στην άβυσσο του Καινούργιου σε εντελώς δυσμενείς συνθήκες, οφείλουμε να επινοήσουμε εκ νέου πλευρές του Καινούργιου έστω και μόνο για να διατηρήσουμε ό,τι ήταν καλό στο Παλιό (δημόσια εκπαίδευση, υγεία κ.α.). Το περιοδικό στο οποίο αρθρογραφούσε ο Γκράμσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 λεγόταν Il ordine nuovo, Η Νέα Τάξη, ένας τίτλος τον οποίο σφετερίστηκε στη συνέχεια η άκρα Δεξιά. Αντί να δούμε σ’ αυτό το σφετερισμό τον ορό της αλήθειας για τον Γκραμσιανό όρο, κάτι που θα μας επέβαλε να τον εγκαταλείψουμε ως αντίθετο στην επαναστατική ελευθερία της αυθεντικής Αριστεράς, θα έπρεπε να επιστρέψουμε σ’ αυτόν σηματοδοτώντας έτσι το σκληρό πρόβλημα του καθορισμού μιας νέας τάξης, την οποία οφείλει να δημιουργήσει η επανάσταση μετά την επιτυχία της. Εν ολίγοις, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από αυτό που είπε κάποτε ο Στάλιν για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα.

Ο κομμουνισμός σήμερα δεν είναι το όνομα μιας λύσης, αλλά το όνομα ενός προβλήματος: Του προβλήματος των commons, του δημόσιου, κοινού αγαθού σε όλες του τις διαστάσεις- του κοινού αγαθού της Φύσης ως υπόβαθρου της ζωής μας, του κοινού, βιογενετικού μας υλικού, του κοινού πολιτιστικού αγαθού (της συλλογικής μας «πνευματικής ιδιοκτησίας») και, τελευταίο στη σειρά αλλά όχι και σε σημασία, το πρόβλημα του οικουμενικού, δημόσιου χώρου της ανθρωπότητας, από τον οποίο κανείς δεν θα έπρεπε να αποκλείεται. Όποια κι αν είναι η λύση, οφείλουμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα.

Machavelli: a modern thinker


Μακιαβέλλι, ένας σύγχρονος στοχαστής

Του Θανου Βερεμη

Η άσκηση του Νίκολο Μακιαβέλλι (1469-1527) στην τέχνη της πολιτικής αποτελεί μια από τις εισόδους στη νεώτερη πολιτική σκέψη. Οι καινοτομίες που το έργο του μεγάλου Φλωρεντινού εκφράζει είναι πολλές και όχι πάντοτε φανερές. Ο ρεαλισμός, ο εμπειρισμός, η ανάδυση του έθνους-κράτους και ο ουμανιστικός ατομικισμός, ενδημούν στο έργο του.

Πέρα όμως από την τέχνη της εξαπάτησης των αντιπάλων, για την οποία είναι περισσότερο γνωστός ο Μακιαβέλλι, υπάρχει στον «Ηγεμόνα» (1513) του η εντυπωσιακή έκκληση για τον μετασχηματισμό της νοοτροπίας των συγχρόνων του. Ζητάει, από τους συμπατριώτες του να διευρύνουν την αφοσίωσή τους από την τοπική στην εθνική τους πατρίδα, από την πόλη-κράτος στο έθνος-κράτος. Η διεύρυνση αυτή που επικαλείται ο Μακιαβέλλι, προαναγγέλλει τη συγκέντρωση των εξουσιών στο νεώτερο κράτος και την ισορροπία δυνάμεων στις διεθνείς σχέσεις. Πρόκειται για μνημειώδες όραμα ενός νέου κόσμου που βρισκόταν ακόμα στο μέλλον του 17ου αιώνα.

Η γλωσσική ενότητα της δημοτικής ιταλικής την οποία επεξεργάστηκε ο Ντάντε, διακόσια περίπου χρόνια νωρίτερα, συνέβαλε στη δημιουργία μιας γλωσσικής κοινότητας που ενσωμάτωσε ή εξαφάνισε την ποικιλία των διαλέκτων, οι οποίες χώριζαν τους Ιταλούς και κατακερμάτιζαν την Ιταλία. Η ιταλική χερσόνησος την εποχή του Μακιαβέλλι βρισκόταν πλησιέστερα στο ιδανικό της εδαφικής ενοποίησης και της δημιουργίας ενιαίου κράτους, όμως ο οικουμενικός ρόλος του παπικού θεσμού ήταν ακόμα ισχυρός. Στο τελευταίο κεφάλαιο του «Ηγεμόνα», που φέρει τον τίτλο «Προτροπή για την απελευθέρωση της Ιταλίας από τους βαρβάρους», ο Μακιαβέλλι ζητάει από τους συμπατριώτες του να ενώσουν και πάλι την Ιταλία και να επαναφέρουν τη δόξα της αρχαίας Ρώμης.

Μολονότι η ενοποίηση της Ιταλίας θα περιμένει 357 ακόμα χρόνια ώσπου να πραγματοποιηθεί, οι αντιλήψεις του Μακιαβέλλι για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς για πολλά μεγάλα κράτη της εποχής, αλλά και για εκείνα που βρίσκονταν υπό διαμόρφωση. Από τα πρώτα κεφάλαια του «Ηγεμόνα», ο Μακιαβέλλι εγκαταλείπει την ηθική των αρχαίων και μεσαιωνικών δασκάλων, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο προτείνει έναν πρώιμο εθνικισμό ως υποκατάστατο των παραδοσιακών θρησκευτικών πεποιθήσεων που απαρνείται. Πρόκειται για τη γέννηση μιας εγκόσμιας θρησκείας, η οποία θα χρειαστεί μερικούς αιώνες για να διαδοθεί.

Ο «Ηγεμόνας» θα αποτελέσει ακόμα αναγγελία θανάτου του φεουδαλικού συστήματος, όχι μόνο γιατί το έργο διέπεται από ένα απόλυτα κοσμικό πνεύμα και εκφράζεται εχθρικά προς την ηγεσία της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά γιατί αποδίδει στους μελλοντικούς βασιλείς τις συγκεντρωτικές εξουσίες της απόλυτης μοναρχίας. Ο «Ηγεμόνας» του Μακιαβέλλι εκπροσωπεί το σύνολο της επικράτειάς του και συνενώνει γλωσσικά και πολιτισμικά τους υπηκόους του χωρίς άλλη δέσμευση από την αποτελεσματικότητα στη διαχείριση της εξουσίας. Η άσκηση της ισχύος, ώστε να είναι δυνατή η λειτουργία ενός αυτεξούσιου έθνους-κράτους, βρίσκεται στο επίκεντρο του «Ηγεμόνα».

Ο Μακιαβέλλι πρωτοεμφανίστηκε στα κοινά της Φλωρεντίας σε ηλικία 25 ετών, το 1494, μετά την αποπομπή της οικογένειας των Μεδίκων από την εξουσία. Τη χρονιά εκείνη ο Κάρολος VIII της Γαλλίας εγκαινίασε μια περίοδο συγκρούσεων ανάμεσα στην ισχυρή χώρα του, και τις Ισπανία και Αυστρία, για την κατοχή της Ιταλίας. Η Φλωρεντία με τη στρατηγική της σημασία στην ιταλική χερσόνησο έγινε πιόνι ανάμεσα στον πάπα, τον αυτοκράτορα των Αψβούργων και τον Γάλλο βασιλιά. Οπως και ο φανατικός μοναχός Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα, ο Μακιαβέλλι θεώρησε τη γαλλική εισβολή σημαδιακή. Ο πρώτος σαν τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες λαού και κλήρου, ο δεύτερος ως φυσική συνέπεια της διαφθοράς πολιτεύματος και πολιτών. Ο Σαβοναρόλα είχε καεί στην πυρά όταν ο Μακιαβέλλι ανέλαβε το κρατικό του αξίωμα το 1498. Ως γραμματέας των Δέκα διαχειριζόταν την ευθύνη για τις διπλωματικές και στρατιωτικές υποθέσεις της Δημοκρατίας. Ο ίδιος είχε ήδη εκτεθεί στον πολιτικοποιημένο ανθρωπισμό της Αναγέννησης, γνώριζε καλά τους Λατίνους κλασικούς, αλλά και τον Αριστοτέλη από λατινική μετάφραση. Ο Πλούταρχος και ο Πολύβιος επηρέασαν επίσης σημαντικά την πολιτική του σκέψη.

Οι διπλωματικές αποστολές του Μακιαβέλλι, σε ξένες αυλές και ανακτοβούλια προσέφεραν στον διανοητή της πολιτικής πράξης πλούσιο υλικό για το κατοπινό του έργο. Στη Ρώμη γνώρισε τον Καίσαρα Βοργία, νόθο γιο του διαβόητου πάπα Αλέξανδρου VI. Μολονότι ήξερε το πλούσιο μητρώο των εγκλημάτων του -μεταξύ των θυμάτων του υπήρξε ο μεγαλύτερος αδελφός του και ο γαμπρός του- ο Μακιαβέλλι τον χρησιμοποίησε ως ένα από τα πρότυπα που συνιστούν τον τέλειο ηγεμόνα. Του καταμαρτυρούσε μόνον ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του επέτρεψε την άνοδο στον παπικό θρόνο του Ιούλιου ΙΙ, αν και αυτός υπήρξε εχθρός της οικογένειας των Βοργία.

Η ήττα όμως της φλωρεντινής πολιτοφυλακής που ήταν δικό του έργο, το 1512 στη μάχη του Πράτο από συνασπισμό εχθρών, οδήγησε στην πτώση της Φλωρεντινής Δημοκρατίας και την επιστροφή των Μεδίκων στην εξουσία. Η φυλάκιση του Μακιαβέλλι και μετά ο εκτοπισμός του, σήμαναν το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας και την αρχή της συγγραφικής του δραστηριότητας.

Το 1513 τελείωσε τον Ηγεμόνα και τον αφιέρωσε με υστεροβουλία στον Λαυρέντιο Μέδικο. Το 1520 ο καρδινάλιος Ιούλιος Μέδικος, ο οποίος έγινε ο πάπας Κλήμης Ζ΄ το 1523, ανέθεσε στον Μακιαβέλλι τη συγγραφή μιας ιστορίας της Φλωρεντίας. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1525, αλλά ο συγγραφέας του δεν ξαναγύρισε ποτέ στην ενεργό πολιτική. Οι Λόγοι επί της πρώτης δεκάδος του Τίτου Λιβίου, έργο που ολοκληρώθηκε το 1517, υπήρξε ίσως το πιο σημαντικό θεωρητικό του πόνημα.

Ο Μακιαβέλλι δεν είναι πολιτικός φιλόσοφος ανάλογος των αρχαίων ή και μεσαιωνικών του προκατόχων. Υπήρξε ένας πρακτικός της πολιτικής, ο οποίος διέθετε έναν πρωτοφανή ρεαλισμό στην πολιτική του ανάλυση. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η σχέση σκοπών και μέσων στην πολιτική και θεωρεί ότι η βία είναι αναπόσπαστο μέρος της εξουσίας. Εργο του αποτελεσματικού ηγεμόνα είναι η οικονομική διαχείριση της βίας, ώστε να πετυχαίνει τους σκοπούς του χωρίς να γίνεται αναγκαστικά μισητός.

Η συγκρότηση πολιτικής κοινότητας υπήρξε το άλλο μεγάλο ζήτημα που τον απασχολούσε. Την παρακμή της ιδιαίτερης πατρίδας του αποδίδει στη διαφθορά και την ιδιοτέλεια των αρχόντων. Η απουσία πνεύματος ευθύνης από τους συγχρόνους του τον κάνει νοσταλγό της συλλογικής αρετής των αρχαίων. Η επιλογή του ωστόσο της ατομικής πρωτοβουλίας και αυτονόμησης του ηγέτη από παραδοσιακές ηθικές δεσμεύσεις, τον διαχωρίζουν από τους αρχαίους και τον τοποθετούν στη σύγχρονη εποχή. Αν πρέπει να αποφασίσουμε σε ποια συντροφιά διανοητών ανήκει, πιστεύουμε ότι ο Hobbes, o Burke, o Rousseau και οι ρεαλιστές του εικοστού αιώνα, θα του ταίριαζαν καλύτερα. Οι οπαδοί του διαφωτισμού, οι οποίοι εμπιστεύονται τον λογικοκρατούμενο άνθρωπο, ανήκουν σε άλλο στρατόπεδο σκέψης.

Η εχθρική του στάση προς την Εκκλησία («Οσο πλησιέστερα βρίσκονται οι άνθρωποι στην Εκκλησία της Ρώμης τόσο πιο άθρησκοι γίνονται») εξασφάλισαν στον «Ηγεμόνα» περίοπτη θέση στο παπικό index των απαγορευμένων αναγνωσμάτων και η προτροπή του προς τον ηγεμόνα να μην αισθάνεται δέσμιος της ηθικής που ρυθμίζει τις σχέσεις των κανονικών ανθρώπων, έκαναν το όνομά του συνώνυμο με τον κυνισμό. Αν όμως η ανάγνωση του «Ηγεμόνα» γίνει σε συνδυασμό με τους Λόγους… του Τίτου Λιβίου, τότε θα διαπιστώσει κανείς ότι ο Μακιαβέλλι πίστευε στην περιορισμένη διακυβέρνηση, το κράτος δικαίου και την ελευθερία. Η μέριμνά του για την κατάρτιση λειτουργικών συνταγμάτων, σκοπό είχε να συμπληρώσει τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης. Ετσι, ο μεγάλος Φλωρεντινός προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις.

Η αντίληψη όμως που τον διακρίνει από τους προκατόχους του είναι ότι το κράτος αποτελεί φυσικό μόρφωμα. Κάθε κράτος είναι προϊόν της σύνθεσης και της σύγκρουσης φυσικών δυνάμεων. Αν ο ηγεμόνας δεν ερμηνεύσει τις δυνάμεις αυτές κινδυνεύει να ανατραπεί από τον οξύ ανταγωνισμό, ο οποίος παρακολουθεί κάθε εξουσία. Το κύριο ενδιαφέρον του Μακιαβέλλι είναι για τις συγκρούσεις γύρω από την κατάκτηση και τη νομή της αρχής, αλλά χωρίς απόπειρα οικονομικής ερμηνείας της πάλης για την κρατική εξουσία. Ο Μακιαβέλλι ανήκει στην παράδοση του υλισμού και ασχολείται αποκλειστικά με εγκόσμια προβλήματα. Αντίθετα όμως από τον Μαρξ, θεωρεί την επιδίωξη της ισχύος ως μέρος της ψυχολογίας και του χαρακτήρα των πολιτικών και όχι ως προϊόν κοινωνικών αντιθέσεων. Υπάρχει ακόμα στο έργο του και ο παράγων της απροσδιοριστίας με τη μορφή της «τύχης» που κάνει αστάθμητη την έκβαση κάθε πολιτικού αγώνα.

Η τελική επιδίωξη και το βραβείο για τις συγκρούσεις και τις παρελκύσεις των ηγεμόνων είναι η κυριαρχία -αυτό δηλαδή που διακυβεύεται στις αδύνατες κρατικές οντότητες της Ιταλίας του Μακιαβέλλι. Η σημασία της κυριαρχίας είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο στη σκέψη του Φλωρεντίνου και αποτελεί ένα ακόμα διακριτικό ορόσημο ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη πολιτική θεωρία.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Yehuda Amichai : Poem


Yehuda Amichai   (Ισραήλ, 1924-2000)

 
Ο πατέρας μου αγωνίστηκε στον πόλεμό τους τέσσερα χρόνια

Ο πατέρας μου αγωνίστηκε στον πόλεμό τους τέσσερα χρόνια
και δε μίσησε τους εχθρούς του ούτε και τους αγάπησε
όμως εγώ ξέρω, πως ακόμα και τότε με διαμόρφωνε,
με τις μικρές του ηρεμίες
τόσο σπάνιες· τις μάζευε ανάμεσα στις βόμβες και τον καπνό
και τις έβαζε στον τριμμένο γυλιό του
μαζί με τ’ απομεινάρια απ’ το ξερό γλύκισμα της μητέρας του.
Και με τα μάτια του μάζευε τους ανώνυμους νεκρούς,
μάζευε πολλούς νεκρούς για χάρη μου
για να τους γνωρίσω στο βλέμμα του και να τους αγαπήσω
και να μην πεθάνω σαν κι αυτούς, με τρόμο…

Μάταια γέμισε με νεκρούς τα μάτια του:
πηγαίνω σε όλους τους πολέμους μου.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Tzvetan Todorov, "La nostra identita una e centomila"


Tzvetan Todorov, "La nostra identita una e centomila", La Stampa 10/03/2011

Per affrontare il tema della pluralita delle culture nell’ambito di una societa, mi vedo obbligato a precisare anzitutto il senso della parola «cultura». Lo impieghero nell’accezione che, da oltre un secolo, le hanno dato gli etnologi. In tale senso ampio, descrittivo e non valutativo, ogni gruppo umano ha una cultura: e il nome dato all’insieme delle caratteristiche della sua vita sociale, ai modi di vivere e di pensare collettivi, alle forme e agli stili di organizzazione del tempo e dello spazio, e questo include la lingua, la religione, le strutture familiari, i modi di costruzione delle case, gli utensili, i modi di mangiare e di vestirsi. I membri del gruppo, inoltre, qualunque siano le sue dimensioni, interiorizzano tali caratteristiche sotto forma di rappresentazioni mentali. La cultura esiste dunque a due livelli strettamente correlati: quello delle pratiche comuni al gruppo e quello dell’immagine che esse lasciano nello spirito dei membri della comunita.

L’essere umano – ed e una delle caratteristiche che lo contraddistinguono – nasce nell’ambito non solo della natura, ma anche, sempre e necessariamente, di una cultura. La prima caratteristica dell’identita culturale e che essa e imposta al bambino e non da lui scelta. Venendo al mondo, il piccolo dell’uomo e immerso nella cultura del suo gruppo, che gli e anteriore. Il fatto piu saliente, ma probabilmente anche il piu determinante, e che noi nasciamo necessariamente nell’ambito di una lingua, quella parlata dai nostri genitori o dalle persone che si prendono cura di noi. Il bambino non puo evitare di adottarla. Ebbene, la lingua non e uno strumento neutro, e intrisa di pensieri, azioni, giudizi ereditati dal passato; essa ritaglia il reale in una data maniera e ci trasmette impercettibilmente una visione del mondo.

Una seconda caratteristica dell’appartenenza culturale salta parimenti agli occhi: possediamo non una, bensi parecchie identita culturali, che possono incastrarsi o presentarsi come insiemi intersecati. Un francese (per fare un esempio legato alla mia esperienza; ma lo stesso vale per italiani, spagnoli, inglesi…) proviene sempre da una regione, poniamo che sia bretone, e pero condivide parecchie delle caratteristiche di tutti gli europei: dunque partecipa al tempo stesso delle culture bretone, francese ed europea. D’altra parte, all’interno di un’unica entita geografica, le stratificazioni culturali sono molteplici: ci sono la cultura degli adolescenti e quella dei pensionati, la cultura dei medici e quella degli spazzini, la cultura delle donne e quella degli uomini, dei ricchi e dei poveri. Un individuo puo riconoscersi al tempo stesso nella cultura mediterranea, cristiana ed europea: criteri geografico, religioso e politico. Ebbene – e questo e essenziale – tali diverse identita culturali non coincidono tra loro, non formano territori chiaramente delimitati dove i diversi ingredienti si sovrappongono. Ogni individuo e pluriculturale; la sua cultura non assomiglia a un’isola monolitica, ma si presenta come il risultato di alluvioni che si sono incrociate.

Sotto questo aspetto la cultura collettiva, quella di un gruppo umano, non e diversa. La cultura di un Paese come la Francia e un insieme complesso, fatto di culture particolari, le stesse nelle quali si riconosce l’individuo: quelle delle regioni e dei mestieri, delle eta e dei sessi, delle posizioni sociali e degli orientamenti spirituali. Ogni cultura, inoltre, e segnata dal contatto con quelle vicine. L’origine di una cultura si trova sempre nelle culture anteriori: nell’incontro tra piu culture di dimensioni minori o nella scomposizione di una cultura piu vasta, o nell’interazione con una cultura vicina. Non accediamo mai a una vita umana anteriore all’avvento della cultura. E non a caso: le caratteristiche «culturali» sono gia presenti in altri animali, segnatamente nei primati. Non esistono culture pure e culture mischiate; tutte le culture sono miste («ibride» o «meticcie»). I contatti tra gruppi umani risalgono alle origini della specie e lasciano sempre tracce sul modo in cui i membri di ogni gruppo comunicano tra loro. Per quanto lontano si possa risalire nella storia di un Paese come la Francia, si trova sempre un incontro tra piu popolazioni, dunque piu culture: galli, franchi, romani e molti altri.

Siamo giunti cosi a una terza caratteristica della cultura: quella di essere necessariamente mutevole. Tutte le culture cambiano, anche se e certo che quelle dette «tradizionali» lo fanno meno volentieri e meno rapidamente di quelle cosiddette «moderne». Tali cambiamenti hanno molteplici ragioni. Poiche ogni cultura ne ingloba altre, o si interseca con altre, i suoi diversi ingredienti formano un equilibrio instabile. Ad esempio, la concessione del diritto di voto alle donne in Francia, nel 1944, ha permesso loro di partecipare attivamente alla vita pubblica del Paese: l’identita culturale francese ne e stata trasformata. Allo stesso modo quando, ventitre anni dopo, le donne hanno ottenuto il diritto alla contraccezione, questo ha portato con se una nuova mutazione della cultura francese. Se l’identita culturale non dovesse cambiare, la Francia non sarebbe diventata cristiana, in un primo tempo; laica, in un secondo. Accanto a queste tensioni interne ci sono anche i contatti esterni con culture vicine o lontane, che provocano a loro volta modificazioni. Prima d’influenzare le altre culture del mondo, la cultura europea aveva gia assorbito le influenze egiziana, mesopotamica, persiana, indiana, islamica, cinese… A cio si aggiungono le pressioni esercitate dall’evoluzione di altri elementi costitutivi dell’ordine sociale: economico, politico, persino fisico.

Se si tengono presenti queste ultime caratteristiche della cultura, la sua pluralita e la sua variabilita, si vede quanto siano fuorvianti le metafore utilizzate piu comunemente. Di un essere umano si dice, ad esempio, che e «radicato» e lo si deplora; ma tale assimilazione degli uomini alle piante e illegittima, poiche il mondo animale si distingue dal mondo vegetale proprio per la sua mobilita, e l’uomo non e mai il prodotto di un’unica cultura. Le culture non hanno essenza ne «anima», malgrado le belle pagine scritte su quest’argomento. O ancora, si parla della «sopravvivenza» di una cultura, intendendo con cio la sua conservazione identica. Ebbene, una cultura che non cambia piu e, esattamente, una cultura morta. L’espressione «lingua morta» e molto piu fondata: il latino e morto il giorno in cui non poteva piu cambiare. Nulla e piu normale, piu comune, della scomparsa di uno stato precedente della cultura e della sua sostituzione con uno stato nuovo.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Communist Albania, III

Aleksander Ndoja,  "U arratisa ne Jugosllavi pas diplomimit’, Koha Jone, 16 Shkurt 2009

U rikthye ne burgun ku kishte vuajtur nje pjese te denimit politik para viteve 90-te, por ajo qe e shqeteson me teper nuk eshte vuajtja ne qeli, por "persekutimi" gjate ketyre viteve kur nuk i njihen 17 vite burg per arratisje gjate regjimit komunist. Martin Dedgjonaj, punon si mjek ne burgun e Shenkollit ne Lezhe, ndersa njihet per nje nga arratisjet me te bujshme ne drejtim te Jugosllavise ne mes te viteve 70-te. Ndersa na rrefen historine e arratisjes, Martini kerkon publikisht edhe demshperblimin per vitet e denimit te padrejte.

"Aty nga viti 1975 vendosa te arratisesha jashte vendit duke rrezikuar shume. Sapo kisha mbaruar shkollen per Infermieri ne Vlore. Por ndersa kalova kufirin u kapa nga ushtaret ish-jugosllave dhe me rikthyen te prangosur", tregon Martini per gazeten "KJ". Megjithese dy vendet tona ishin ne armiqesi te ashper ideologjke dhe nderetnike, ndodhte shpesh qe ato merreshin vesh ne menyre te heshtur apo edhe te fshehte. Pikerisht fale kesaj marreveshje, Dedgjonaj kthehet per te vijuar per 17 vite me radhe kalvarin e gjate ne burgjet me te egra shqiptare si ne Burrel, Bater, Spac, Qafe Bari etj. Burgosja e tij ndodhi pak vite pasi ai kishte mbaruar shkollen e mesme te infermierise ne Vlore. Por edhe pse ka qendruar nje kohe te gjate ne burgjet shqiptare, Martin Dedgjoni prej me shume se 5 vitesh i eshte "rikthyer" serish burgut, por kete here si mjek qe u sherben te burgosurve te burgut te Shenkollit ne Lezhe. "Kushtet as qe mund te krahasohen me kohen kur isha i denuar, por edhe mjekesia eshte prezente ne kete burg dhe per te burgosurit behet cdo gje qe ata te jene te sigurt per sa i perket sherbimit mjekesor dhe luftes ndaj cdo semundje apo epidemie, te cilat gjithnje jane kercenuese ne ambiente te tilla ku jetojne qindra vete", tregon mjeku.

Megjithese jane informuar se kryeministri ka deklaruar nje rritje page prej 25 per qind per te gjithe infermieret, vetem ne burgun e Shenkollit ky vendim nuk eshte aplikuar. "Kur jemi ankuar tek financa, na kane thene se ligji ka mangesi, ndaj eshte kthyer mbrapsht. Kjo na ka revoltuar pa mase, pasi ligji i firmosur nga kryeministri mund te kthehet mbrapsht nga gjykata, apo nga presidenca, por kurrsesi nga nje shef zyre", vijon mjeku.

Po keshtu Dedgjonaj thote se ne kete burg eshte shkelur ligji Nr. 7514, date 30.09.1991, "Per pafajesine, amnistine dhe rehabilitimin e ish te denuarve politike". Ne nenin 5 te ketij ligji thuhet nder te tjera se "U njihet e vlefshme per efekt vjetersie ne pune, koha e vuajtjes me denim heqje lirie dhe internimit si denim plotesues". "Edhe pse nje ligj i tille eshte i hershem dhe efektiv aktualisht, ne pagen qe marr prane Burgut te Shenkollit nuk me njihet kjo pike e nenit", apelon Dedgjoni.


Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Doru Pop, “Our suffering as a testimony for future generations”


Doru Pop, “Our suffering as a testimony for future generations”, Caietele Echinox, vol. 15, 2008, pp. 115-121.

 In 2006 the national television channel Romania 1 (TVR 1) launched a campaign among its viewers to nominate a person – one born in, or who has lived in Romania and that made a seminal contribution to the development of this country. Among the top ten nominees, there were former kings, political and military leaders and a surprise nomination. The pastor Richard Wurmbrand, got 46.973 votes, out of the 363.846 telephone votes, and thus ranked the fifth in the “Top 10 Romanians” rankings. And in the same TOP 100 of „most famous Romanians”, Nicolae Steinhardt, writer and Orthodox monk, occupied the 86th place.

Many of the survivors and victims of the Romanian Gulag featured in this Top 100, among them, philosophers and writers (Constantin Noica, Petre Ţutea), peasants (Elisabeta Rizea), politicians (Corneliu Coposu, Iuliu Maniu), and other figures of the cloth (Iuliu Hosu, Alexandru Todea). But with Wurmbrand and Steinhardt the situation was somehow different. Although their appearance on the short list of the top 100 famous Romanians has no sociological relevance, the fact that two Romanians of Jewish origin, two atheists converted to Christianity and survivors of the Communist prisons made it into the collective imaginary as „positive contributors”, raises several questions and yields itself to an opportunity to draw a comparison between the two and allows the discussion of their intellectual and cultural heritage in Romanian literature.

„My blood is Jewish, but as for feeling and thinking, I think and feel in Romanian” (N. Steinhardt)

One major problem is raised by the common cultural background that Richard Wurmbrand and Nicolae Steinhardt (Nicu-Aurelian Steinhardt) shared as young men. This in turn relates to a question debated intensely in Romania before the War War II, engendered by the publication of Mihail Sebastian’s novel Since Two Thousand Years (De două mii de ani, republished 1995) during the nineteen thirties. A key dispute gravitated around the „Introduction” to the novel, signed by Nae Ionescu. What is the essence of the so-called „Romanian national identity” with respect to how a Romanian of Jewish origin (or for that matter any foreign national) can define the limits of his ethnicity with respect to „national” identity? Nae Ionescu, one of the spiritual leaders of the right wing intelligentsia at the time, gave a negative and restrictive answer to the question, one rooted in the Nazi Arian propaganda.

The question was addressed later by Nicolae Steinhardt in The Diary of Happiness (Jurnalul Fericirii): „Nae Ionescu claims that whoever has no Romanian blood can act as a „good Romanian”, but cannot under any circumstances, become „Romanian”. As so this is, if we consider only the measure of human capabilities. But that which is not possible for men is only possible for God. On a humanly level, one cannot make the leap from the quality of

„good Romanian to the state of being „Romanian”. What about the baptism of blood, as it was for my cousin Theodor in Mărăşeşti? What about by means of transfiguration (…) biologically and ethnically, yes. Mystically, these problems are addressed in a totally different way” (The Diary of Happiness, p. 17).

This is something that brings Steinhardt and Wurmbrand together: they were not only „good Romanians”, but they proved to be „Romanians” in the deepest and most tragic of ways. The consequence of being „Romanian”, as was the case of Steinhardt and Wurmbrand, had dreadful side effects – very well documented in their journals remembering the detention period. This meant psychic and physical torture, lack of basic civil rights and moral degradation, constant threat and violence.

Still, both Wurmbrand and Steinhardt embraced and praised the Romanian ethos, and this love for Romania and the Romanian identity is common for both writers. Wurmbrand expresses this in an explicitly and dramatic manifestation: „It is dear to me the bonding with all the brothers and sisters from all countries and confession, but my heart never ceased to yearn for my native country, Romania, the country where I was born the second time. (…) After so much time, here we were at last in Romania. Overwhelmed by emotion, I kissed the ground.” (From Suffering…). Steinhardt finds an even more profound signification, one of theological relevance:

„The Romanian people has a power for transfiguration that allows the changing of the entire universe and to enter the liturgic cosmos… Like Christianity, Romanianism can abolish the apparently irreparable consequences of a tragedy, giving them unexpected values” (The Diary…, p. 349).

After the decree number 169, signed in 1938, almost 80 percent of the Jewish population in Romania lost its permanent citizenship rights (it has to be underlined that the decree was signed by a Romanian writer and intellectual, Octavian Goga, at that time prime minister), and over 600 thousands Jews were defined as „foreign residents”. This law was followed by dozens of other laws and decrees, all inspired by the Nazi Nuremberg laws, and all anti-Semitic (The Tragedy of Romanian Jewry). In his „Autobiography”, Steinhardt bears witness to this double tragedy: a „second grade Jew” during World War II he watched others deported and he himself was subjected to humiliating forced labors.

In this context, being intellectuals of Jewish origin, writing and manifesting in a culture of anti-Semitism – like Romania during the 30′s – people like Steinhardt and Wurmbrand were threatened by physical extinction. There are no official records, but between 280.000-380.000 Jews were killed in Romania, and entire communities were decimated, including the families of Wurmbrand and Steinhardt (the family of Sabina Wurmbrand was deported in Transnistria and none returned (cf. In God’s Underground, Cu Dumnezeu în subterană, p. 22). According to the Final Report of the International Commission on the Holocaust in Romania (Final Report…, November 2004), extermination, anti-Semitic actions and general violence against Jews in Romania were widespread. So it can be said that Steinhardt and Wurmbrand were victims of the Gulag and the Holocaust at the same time. Still, Steinhardt remained a „Renaissance Jew, who obstinately wanted to be Romanian. And Christian!” (Quote from Teşu Solomonovici). And Wurmbrand’s work in the building of the Romanian Church after 1990 proved its deep impact.

The paradox of the survivor: What both Steinhardt and Wurmbrand provided the post communist Romanian literature and culture was their somewhat paradoxical inheritance. This is similar to the concept suggested by Sorin Alexandrescu in The Romanian Paradox (Paradoxul român), of a cultural sphere were contradictions coexisted – sometimes peacefully, sometimes violently. The first paradox we can identify in our two authors is the ability mixing several different identities. Richard Wurmbrand was an Evangelical Minister, the youngest son of a Jewish dentist converted to Christianity, a Communist illegalist turned into preacher for the Red Army soldiers. There is this common legacy of the two men, which goes beyond their Christian missionary writing. Richard Wurmbrand studied Marxism in Moscow as a young illegalist, and was imprisoned in Doftana by the Siguranţa Statului. Nicolae Steinhardt sympathized with socialism, until one of his friends provided an insight about left wing totalitarianism. Later they both witnessed the atrocities of the totalitarian system.

But during their imprisonment they showed the force of this paradoxical ethos, the moral character of being able to stop perceiving differences. Wurmbrand’s ministry to the Red Army soldiers continued in prison, where he spread his belief in Christ even to the former leaders of the Communist Party (as was the case with Lucreţiu Pătrăşcanu, imprisoned in the same cell with Wurmbrand for several weeks). The passage of Wurmbrand (and Steinhardt) through the communist penal system, from Gherla to the Black Sea Canal and Jilava, was a long journey of spreading Christian faith, by words and, especially, by actions.

This generated a form of ecumenism of pain where „Romanians, Hungarians, Saxons,, Jews, Christian Jews, Reformed Christians, Orthodox, Catholics, Evangelicals, Greek-Catholics, Uni­tarians, and representatives of some smaller denominations, laypersons and monks, at the second floor of the old wing of the prison at Gherla, were living in a single cell. There was no better opportunity than this (for ecumenism)” (according to Ferenc Visky, 70 stories…). The same ecumenism is mentioned by Steinhardt. „I received the baptism in Jilava, from an orthodox monk, but also under the sign of ecumenism. I choose Orthodoxy by free will (because in the cell there were Catholics and Protestants and Neo Protestants) and by total acknowledgement, because it is dear to me and I am convinced I will remain faithful to this belief to the end. (A letter to Victor Rusu, quoted in Ziua, nr. 3840, 27 Ian. 2007). And ecumenism again pervades the writings of Wurmbrand: „I am a Protestant, but we have had near us Catholic bishops and monks and nuns about whom we felt that the touching of their garments heals.” (In God’s…).

In the end, Steinhardt finds this paradox in the very nature of Christianity (from The God that You Say You Don’t Believe In, pp. 100-105).

„Christianity is hard because its bases are paradoxical and absurd. The teachings of Christ are surprising and unexpected. What every Christian is expected to do is very similar to what the trapezes stuntman is required: a dangerous balance at a staggering height, without a net…”

Written testimonials against Communism: Wurmbrand and Steinhardt were Christians convicted for their beliefs, their Jewish identity was used against them, they were condemned to torture and death, still they survived and they were able to give us a legacy of their survivor. And the first and perhaps the most important heritage they left were their literary testimonials of the Communist Gulag in Romania.

From the very beginning of the freedom of publishing, immediately after the political changes in Romania after 1989, there was a subsequent and substantial publication of the literary works of Pastor Richard Wurmbrand and Nicolae Steinhardt. Although Wurmbrand’s first books were published in English – ”Sermons in Solitary Confinement” (Predici din celula singuratică), ”If Prison Walls Could Speak” (Dacă zidurile ar putea vorbi) and ”Alone with God” (Singur cu Dumnezeu), his books were only later brought to Romania. So Wurmbrand’s fertile works continued to be printed, two dozens of books (among them Îmbătat de dragoste, De la suferinţă la biruinţă, Strigătul bisericii prigonite, 100 de meditaţii din închisoare, Adu-ţi aminte de fraţii tăi, Oracolele lui Dumnezeu, Mai mult decât biruitori, Avraam tatăl tuturor credincioşilor, Cele 7 cuvinte de pe cruce, Christos pe uliţa evreiască, Umpleţi vidul, Dovezi ale existenţei lui Dumnezeu, Marx şi Satan, Isus prietenul teroriştilor, Drumul spre culmi), were soon to be translated in Romanian and widely transmitted in the laic and Christian libraries.

This was also the case of Nicolae Steinhardt’s Jurnalul Fericirii (The Diary of Happiness) which was one of the best-sellers in the bookshelves of Romanian libraries during the 90′s, hundred of thousand of copies, in several editions, were published. The Diary of Happiness was said to be the most read book in Romania of that day, in 2006 Dacia editing house in Cluj announced that 300.000 copies were sold since 1990. During that time, more than twenty books signed by Nicolae Steinhardt were published, by several editing houses in Romania. In the end this caused a copyright lawsuit, between some editing houses, editors who more or less openly published Steinhardt’s works and the monastery of Rohia, all claiming rights to the writings of the deceased author.

But soon enough they were famous figures of post communist public debate in Romania. Nicolae Steinhardt, „the monk from Rohia”, was proposed for canonization, and his face appeared even on painted icons, designed in high school contests. After his death in March 1989, Steinhardt remained a symbol of the Orthodox Church, a cultural figurehead recognized both by the intelligentsia and the other denominations. When Pope John Paul II came to Bucharest he mentioned, amongst „the many witnesses of Christ that flourished on Romanian land I wish to remember the monk from Rohia, Nicu Steinhardt, exceptional believer figure and man of culture who perceived in a special way the immense wealth common to Christian Church.” Richard Wurmbrand returned to Romania, after years in exile and was hailed, both by the Christian community and the media, as one of the most influential writers of the decade.

The story of their survivor is on one hand the story of resistance and on the other hand one of remembrance. „To be held for years in prison is a misfortune. But it is a tragedy to be held for so many years in prison and not to learn from this (…) not to be angry against the innocent, but from knowledge to get some lessons” (In God’s…, p. 11). The fact that one remembers the experience of Communist Gulag has a pedagogical finality, those who were never subjected to this tragedy. Again Wurmbrand expresses his belief in these words: „I believe that what we suffer today can be useful for the future generations” (In God’s…, p. 114).

This bearing witness against Communism (and for Christianity) is the mark of Wurmbrand’s passing through the labor camp and penitentiary system. One of his first encounters in the Communist jail was with the former leader of the Communist Party, Lucreţiu Pătrăşcanu. Wurmbrand recounts their discussions and the long debate about tyranny, terror and the relationship between Christian faith and „Communist faith”. Wurmbrand was a witness against Communism both in prison and outside the prison. The evil nature of communism, that has no distinctions, all the groups are put together, people who played bridge were guilty of playing, of the „stamp exchangers”, just because they made exchanges of stamps with the face of the Marshall Antonescu – the dementia nature of the regime of terror. Condemning people for their normal actions – one is not condemned for illegal activities but for what he is!

Steinhardt recounts his meeting, after the years of imprisonment, with Bellu Zilber, a Communist friend who, during the 30’s had many contradictory discussions with Steinhardt and his friend Manole (Em. Neuman). „Who would have guessed”, recounts Steinhardt, „that we will both be clients (he himself more faithful than me) of communist jails and that we would find each other, me stronger in my anti-communist beliefs, himself cured of communism?”. Wurmbrand is speaking about this „cure of communism”, an almost medical effort to heal and vaccinate the people they meet, people infected by this ideological disease. „Why?” is the question of Steinhardt, „Because madness is contagious and because every totalitarian regime is also mad” (p. 388).

Courage and Happiness: Wurmbrand and Steinhardt are proofs that any dictatorship is afraid of free men. And why was the Communist regime afraid of these men? One of the motives comes from the reason Wurmbrand was arrested. In a sermon he said that „Christians must keep hope, because of the wheel of history turns, and the wheel of life. ”You meant us, that communism will change, that communism will fall. Never will it fall.” It has been reproached to me that in a sermon I have said Christians must practice patience, patience, and again patience. ”Ah, you meant that the Americans will come and we must be patient until they come.”

Steinhardt, in turn, refused to be a witness in the law-suite opened by the communist state against the “lot of mystical-legionary intellectuals”, (legionaries were adherents to extreme nationalism and strongly anti-Semitic), and was convicted to 13 years of hard labor in prison, under charges of “crime of plotting against the social order”. Wurmbrand recounts how, at the ”Congress of Cults” held by the Communist government in the early 1945, he had asked for confrontation with the regime partyliners. Religious leaders stepped forward to swear loyalty to the new regime. Sabrina asked Richard to ”wipe the shame from the face of Jesus.” Richard replied that if he stepped forward, she would no longer have a husband. ”I don’t need a coward for a husband,” she answered. And so Richard stepped forward and told the 4,000 delegates that their duty as Christians was to glorify God and Christ alone.

Richard Wurmbrand testified in May 1966 before the American Senate’s internal security sub-committee (testimony available at http://members.cox.net/wurmbrand/communist.html, September 2008). In his speech before the subcommittee, Wurmbrand said that the agents of the communist regime threatened him: ”Dollars have been received for you. You will have to leave the country, but perhaps we will let some time pass, because your remembrances of prison are too fresh and you have too good a pen.” This was what communists feared most: the exposure of their atrocities by the victims of repression among the intellectuals. This living testimony was given by Wurmbrand who stripped his clothes before the American senators in the committee and showed his torture marks. His books stand out as a shattering testimonial of the atrocities of the communist regime. Here is what Steinhardt calls the Churchill/Bukovsky solution against the totalitarian regimes. He recounts what Vladimir Bukovsky described, that when he was summoned by the KGB he was anxious, not because he was afraid, but because he desired to „be in front of them, to tell them everything I believed about them, and bulldoze them like a tank. I could not imagine a greater happiness” (The Diary…, Introduction).

For Steinhardt (The Diary…, p 104) the courage feeds on Biblical reference, on personal life experiences and on literary and cultural examples. He quotes equally from Descartes as from Saint Paul, giving examples of kings and of historical facts. For him, it is the lack of courage of the people that brings dictatorships into being. And the differences between Communism and Christianity lie not only in the way they treat individuals. The fundamental opposition between Communism and Christianity resides in the conflicting values. „The Communists believed the source of happiness to be material satisfaction; as for myself, alone in my cell, stinking, starved and dressed in rags, I was dancing of joy every night” (In God’s…, p. 56). This sense of elevated happiness is portrayed by Steinhardt in The Diary of Happiness, which offers an exemplary account of all conceivable torments of Communist detention. „I personally see Christianity as a lysergic hyper acid and a more „powerful” version of books like The Art of Being Happy or How to Succeed by Dale Carnegie…” Happiness is not „only for certain places, at the holy mountain. It’s everywhere. It is a universal recipe” (The Diary…, p. 171).

 

To echo Wurmbrand again: „I was in solitary confinement the first 2, nearly 3 years. … For years I never saw the sun, the moon, nor any flowers, the snow, or the stars, no man except the interrogator who was there to inflict pain; and yet I can say I was able to see heaven open up, I saw Jesus Christ, I saw the angels, and was very happy there.” He goes on to say, „I am sorry I would have liked to paint the beautiful shining faces of Christians in Communist jail. Their faces glowed, and it was quite an achievement for the glory of God to shine on the face of a Christian in Communist jails. We did not wash (I had not washed in three years), but the glory of God can shine even from behind a crust of dirt. They had triumphant smiles on their faces. I know about Christians who were released from Communist prisons. I was one who was stopped several times on the street by passersby asking, ”Sir, what is it with you? You look like such a happy man. What is the source of your happiness’?” I told them that I had served many years in Communist jails.” (http://www.ceruldinnoi.ro/pages/Richard%20Wurmbrand.htm, available October 2008).

On a concluding note, in both Wurmbrand’s and Steinhardt’s legacy there is above all a strong belief in humanity, fully evidenced, starting with the many examples of the „good warden” that both authors provide from their prison experiences, to their constant effort to practice Christian love, or as Steinhardt says: „love the supreme Christian virtue, the only perennial virtue – is the undeniable means by which we can prove our humanity and Christianity” (Giving is Receiving, p. 67).

References:  Sorin Alexandrescu, Paradoxul român, Ed. Univers, Bucureşti, 1998.

Randolph Braham, The Tragedy of Romanian Jewry, Columbia University Press, New York, 1994.

The Final Report of the International Commission on the Holocaust in Romania, November 2004, http://yad vashem.org.il/about_yad/what_new/data_ whats_new/report1.html

Radu Ioanid, The Holocaust in Romania: The Destruction of Jews and Gypsies under the Antonescu Regime: 1940-1945, Ivan R. Dee, Chicago, 2000

Nicolae Steinhardt, Jurnalul fericirii, Dacia, Cluj, 1991

Nicolae Steinhardt, Ispita lecturii, îngrijit de Pr. Ioan Pintea, Dacia, Cluj, 2000.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

The exhibition - Images from the Romanian Gulag


Lucretia Olteanu, “On the exhibition ‘Images from the Romanian Gulag’”, (Remembrance in time, Transilvania University Press of Brasov 2012), pp. 115-125.

The exhibition - Images from the Romanian Gulag

Communism, having claimed to be a new civilization, superior to the Capitalist one, which it passionately denied, forced hundreds of millions of people to live within a closed, repressive and humiliating universe. On theoretical level, of the proclaimed purposes, Communism pretended to embody “absolute humanism”, a society whereof class distinctions disappeared and wherein people could live in complete freedom”. We, the ones having lived within this society, understood however that the new social system, communism, was a utopian concept.

In Romania, the communist regime was a totalitarian system, based on an ideology hostile to open society, on the constant violation of the human rights through repression, intimidation and corruption and on the power monopoly exercised by a small group of individuals. The establishment of the communist totalitarianism was achieved through a frenzied anti-democratic campaign, marked by terror and repression, wherein the democratic values were eliminated from the society’s life and the opponents of the new “popular” regime had to endure the ordeal of the prisons, forced deportations and communist labour camps.

The exhibition “Images from the Romanian Gulag” of the plastic artist Radu Bercea, reminds us the inferno of the communist prisons and camps. The artist’s experience – former political prisoner – has materialized in a series of remarkable works through their authenticity. The exhibition brings together a representative series of works with images displaying the ordeal of the opponents to the repressive regime. Arrest, identity loss, investigation, torture, political prisoners, the intellectual-communism’s number 1 enemy, punishment in detention, search, evening call, labour camp, “Ecce homo” victims, perpetrator figures, these are a few benchmarks of the nightmare experienced by “those whose youth was stolen”. Octav Bjoza, president of the Former Political Prisoners in Romania, in his turn former political prisoner, posits that the exhibition reminds the viewer of today, the harsh and inhuman world of the communist prisons and labour camps. We quote: “Among the visitors of various social categories and age, the most impressed are the former political prisoners, as they directly knew the terrible world so masterly evoked by Radu Bercea.

In the torturers’ dehumanized figures, visceral-hatred contorted features, they recognize real people among their former oppressors. They will likewise recognize the degrading tortures, unimaginable for the civilized world, applied to the anti-communist political prisoners.

In the communist prisons and labour camps, an extermination regime was consistently applied. The prisoners were malnourished, beaten, obliged to work beyond their powers, and deprived of elementary healthcare. These sad realities, which would forever disqualify the communist regime in Romania, very clearly transpire from Radu Bercea’s inspired works. The political prisoners he presents with infinite compassion and human solidarity are thin toothless men with indescribable suffering on their emaciated faces.

The portraits of some intellectuals especially persecuted by their perpetrating rookies are particularly suggestive. The artist’s palette of themes is wide-encompassing. He displays the tortures and suffering of those devoid of liberty, he unfailingly catches the human-faced beasts’ figures, chosen by the authorities to repress the political prisoners; however he manages to present the mysterious dignity of death. Likewise, the author of successful caricatures also chooses aspects where the humour is sad and evokes painful realities whereof mention should be made of former perpetrators who have turned, through the course of things in Romania, prosperous businessmen”. The motto of the author Radu Bercea “Forgive, however not forget the past” proves the fullness of his far too noble soul, his wisdom, kindness and humanity, reminding us Jules Michelet’s statement: “May hatreds numb! Memories must however remain, so that so many misfortunes, suffering should never be lost to human experience” ( Jules Michelet, History of French Revolution.)

Radu Bercea – Destiny of a great plastic artist of Romania

Born on the 29th of August 1939, in Cuciuru Mare, Cernăuti, Bucovina, Rdu Bercea graduated the School of Plastic and Decorative Arts “Octav Băncilă” from Iasi. In 1959, when he was only 19 years old, remarked and remarkable for his freedom of openly expressing the truth and his pro-Western beliefs, then, as evidence for his adhesion to subversive ideas and organizations, he was arrested and politically condemned to 20 years of forced labour and to 10 years of civil degrading for his “crime of conspiracy” against social order. He was granted amnesty through the decree of 1964, imposed by the international organisms of the “Human Rights” and UN. During detention, 1959 – 1964, he experienced the prisons and forced-labour colonies of the communist regime.

After liberation, Radu Bercea, strong personality of rare sensitiveness, utterly and tirelessly dedicates himself to plastic arts, succeeding in accomplishing himself through art. Very mobile and creative, practicing unique various interesting genres and techniques, he achieves a variegated oeuvre with generous message. The talent and value of his creations consecrate him alongside the outstanding plastic artists of his time.

Ever since 1964, he has participated in group or personal exhibitions (more than 200!) in Romania and abroad. He has displayed graphic and painting works in numerous towns of Romania: Gura Humorului, Suceava, Iasi, Bucharest, Târgu Mures, Reghin, ConstanŃa, Mamaia, Costinesti, Pitesti, Petrosani, Făgăras etc. He has obtained numerous prizes in the national and international caricature saloons. Since 1986, he has benefited from numerous international participations: Japan, Italy, Turkey, Yugoslavia, Poland, Belgium, France, Brasilia, Mexico, Israel, Bulgaria etc.

He has displayed his works in France, at the Cultural Centre from Port Marly, at Visinet Theatre from Paris, at the Economic House from Mafra, Brasilia, at the House of Culture from Rio Negro, at the Museum “Casa do Bucovina” from Rio Negro, Brasilia, at the Public Library Parana from Curitiba, Brasilia. He has personal works in private collections from Romania, USA, France, Italy, Austria, Brasilia and Israel. He has published caricatures in various local and central newspapers and magazines. He has illustrated volumes of poems and colouring books for children. He graphically rememorizes, in a series of exhibitions, the Romanian Gulag and he publishes the graphic volumes “Retina Memory of the Romanian Gulag”, “Testimonies from Inferno” and “Images from the Romanian Gulag”. The images from the Romanian Gulag constitute a testimony for the experiences of hundreds of thousands of Romanians during Communism, with troubling sequences from the prisons and labour camps. As regards the painful memory of the prison, master Radu Bercea testimonies that we must keep the memory of the past; however not let us overwhelmed “so as not to happen again”. Part of his works was donated to the Association of the Former Political Prisoners from

Romania – Brasov and to the Memorial Museum from Sighet.

 

Bibliography: 1. Presidential Commission for the Analysis of Communist Dictatorship in Romania: Final Report, p.1, Bucharest-2006.

2. Octav Bjoza, Evocări ale suferinŃei (Evocations of Suffering), in: Album, Radu Bercea, “Imagini din gulagul românesc” (Images from the Romanian Gulag), pag.5, 6 “Pastel” Publishing House,Brasov, 2010.

3. Tiberiu Cosovan: Album “Memoria gulagului românesc” (Memory of the Romanian Gulag).

4. Iuliana Popescu: ”Flori de spumă” (Foam Flowers).

Note: In the frame of Openness project, an itinerant exhibition was organized, with the works of plastic artist Radu Bercea, showing the images from the Romanian Gulag. Cruel realities of life in the hell of communist prisons have sparked a great interest among visitors from Velico Târnovo - Bulgaria, Oldemburg - Germany, Hodmezovasarhely – Hungary, and Făgăras – Romania. In the next pages there are shown 14 representative paintings of the great plastic artist Radu Bercea.