Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Το αλβανικό γκουλάγκ (The albanian gulag: a synopsis)

Το αλβανικό γκουλάγκ (The albanian gulag: a synopsis)
Αχιλλέας Σύρμος
«Η φυλακή είναι η ποινή κάθε πολιτισμένης κοινωνίας»[1]  υποστήριζε στα 1829 στην πραγματεία του Περί Ποινικού Δικαίου ο P. Rossi, ένας διακεκριμένος ποινικολόγος των αρχών του 19ου αιώνα. Εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault θα επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει τη θέση και το ρόλο του συγκεκριμένου θεσμού. Μέσα από το μνημειώδες έργο του Επιτήρηση και τιμωρία, δικαιώνει την άποψη του Rossi διότι, πράγματι, η φυλακή σηματοδοτεί τη μετάβαση του γαλλικού μετα-επαναστατικού ποινικού συστήματος σε ηπιότερες μορφές κολασμού. Η φυλακή αντικαθιστά τη φρίκη των μεσαιωνικών δημόσιων βασανιστηρίων[2].
Ένα ποινικό απότοκο του θεσμού της φυλακής, το στρατόπεδο συγκεντρώσεως ή καταναγκαστικής εργασίας, το οποίο γεννήθηκε και διαμορφώθηκε σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετα -ως προς την ιδεολογική τους ταυτότητα- ολοκληρωτικά καθεστώτα, της Σοβιετικής Ένωσης και της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, θα αποτελέσει τον κατεξοχήν  χώρο των πολιτικών κρατουμένων, βασικών φορέων της υπό εξέταση μαρτυρίας. Η μελέτη της φύσης και της θέσης που καταλαμβάνει το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην πορεία ενός, αρχικά ευαγγελικού, πολιτικού συστήματος και μιας κοινωνίας ανθρώπων προς τον απόλυτο ολοκληρωτισμό, συνυφαίνεται, ως ένα σημαντικό βαθμό, με τη μελέτη της μαρτυρίας που παρήχθη εντός του. Το αλβανικό γκουλάγκ, ως απότοκο του σταλινικού, σηματοδοτεί αντιστρόφως τη μετάβαση ενός ολοκληρωτικού δικαστικού συστήματος προς πιο βίαιες μορφές κολασμού για τους υπηκόους του, καθιστώντας το κράτος πολιτισμικά και ανθρωπιστικά εκβαρβαρισμένο.
Πέντε εκατομμύρια εικοσιπέντε χιλιάδες χρόνια υπολογίζεται ότι είναι περίπου ο συνολικός αριθμός των ποινικών ετών φυλάκισης, εξορίας και εγκλεισμού σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που επέβαλλαν τα δικαστήρια του κομμουνιστικού καθεστώτος σε, σχεδόν, εφτακόσιες είκοσι χιλιάδες πολίτες  -γύρω στο ένα τέταρτο του πληθυσμού- της Κομμουνιστικής Αλβανίας[3]. Παράλληλα, εκδόθηκαν από τις δικαστικές αρχές πέντε χιλιάδες πεντακόσιες εβδομήντα εφτά θανατικές καταδίκες χωρίς να συνυπολογίζεται ο αριθμός των θανάτων στις φυλακές, τα στρατόπεδα και στους τόπους εξορίας που εκτοξεύει δραματικά τα ποσοστά. Ο ακριβής υπολογισμός των θυμάτων καθίσταται αδύνατος καθώς, σημειωτέον, η Αλβανία παραμένει ακόμη, κατά τη στιγμή συγγραφής αυτής της μελέτης, το μόνο πρώην σοσιαλιστικό κράτος της Ανατολικής Ευρώπης που δεν έχει θεσμοθετήσει το νομικό πλαίσιο ανοίγματος των μυστικών αρχείων του προηγούμενου καθεστώτος.
Κατά τον ιστορικό, πρώην πολιτικό κρατούμενο, Agim Musta, η ιστορία του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας είναι συνυφασμένη με την ιστορία του συστήματος στρατοπέδων της. Στη μελέτη του Οι φυλακές στο κράτος-φυλακή[4] διαπιστώνει την ύπαρξη τριών βασικών τεχνικών κολασμού, πέραν της θανατικής ποινής, για την κατηγορία του πολιτικού εγκλήματος (krime politike): τη φυλακή, τις ζώνες ή στρατόπεδα εξορίας και τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας διάσπαρτα κατά μήκος της χώρας, άλλοτε στα περίχωρα των πόλεων -στο οπτικό πεδίο των πολιτών- και άλλοτε καταχωνιασμένα στις δύσβατες ορεινές χαράδρες του παγωμένου Βορρά.
Ας σημειωθεί ότι η οικοδόμηση και η κατασκευή της συντριπτικής πλειοψηφίας των δημόσιων έργων της χώρας προήλθε από την καταναγκαστική εργασία των πολιτικών κρατουμένων του καθεστώτος. Τα περισσότερα από αυτά τα στρατόπεδα, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960, μετακινούνταν ανάλογα με το γενικότερο σχέδιο υποδομών του πενταετούς πλάνου που καταρτιζόταν στο εκάστοτε συνέδριο του Κόμματος. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ο Maks Velo χαρακτηρίζει όλες τις σοσιαλιστικές δημόσιες κατασκευές ως απομεινάρια της βίας και του εξαναγκασμού: «Τα βιομηχανικά συμπλέγματα, τα μηχανουργεία, τα εργοστάσια είναι τα ορατά ανενταφίαστα πτώματα του σοσιαλισμού. Αυτά τα έργα του πενταετούς πλάνου είναι προϊόν μιας ειλωτικής εργασίας ενός παραληρηματικού συστήματος. Αυτά μπορούν να συγκριθούν μόνο με τις πυραμίδες. Αυτές οι γιγάντιες κατασκευές είναι τα απολιθώματα μιας πρωτόγονης περιόδου σ’ έναν μοντέρνο καιρό»[5].
Συνήθως, κάποιος κατηγορούμενος ως «πολιτικός εγκληματίας» από το καθεστώς θα βίωνε την εμπειρία και των τριών μορφών κολασμού που ορίζει ο Musta, μια εμπειρία «θανατοπολιτικής» όπου οι συνθήκες εγκλεισμού, ακόμα και ο θάνατος των ανθρώπων, όπως το θέτει ο Olivier Razac στο δοκίμιό του για την πολιτική ιστορία του συρματοπλέγματος, είναι αδιαχώριστα «από την έσχατη υποτίμησή τους και από τον μετασχηματισμό τους σε μια απανθρωποποιημένη ζώσα/επιβιώνουσα ύλη»[6].



[1] Rossi P., Περί Ποινικού Δικαίου, 1829.
[2] Ο.π., Foucault.
[3] Kaso Pëllumb - Sula Haxhi,  Diktatura : Akuza dhe apologjia : 2.400.000 vite burg, 600.000 vite internim,2.025.000 vite pune e detyruar, Tirane : Alta, 1995. Ο αριθμός αυτός αφορά και στις οικογένειες των άμεσα καταδικασθέντων που υπόκειντο σε μακρόχρονη εξορία. Σύμφωνα με άλλους μελετητές, όπως ο Musta και ο Zhiti, ο αριθμός μπορεί να είναι μικρότερος.
[4] Musta  Agim, Burgjet e shtetit-burg: historia e shkurtër e burgjeve shqiptare të kohës së diktaturës komuniste, bot. Toena, Tiranë 1999.
[5] Velo Maks, Ese për diktaturën-Essay on Communist Dictatorship,  Shtëpia Botuese "55",  Tiranë 2003, σ. 28.
[6] Razac Olivier, Πολιτική ιστορία του συρματοπλέγματος : Το λιβάδι, το χαράκωμα, το στρατόπεδο, μτφρ. Διονύσης Παπαδουκάκης, Αθήνα : Βάνιας, 2008.

Gazeta Tema: Drane Jakja, nëna që sfidoi komunistët me kufomën e të birit