Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

The albanian poet Sejfulla Malëshova between socialist realism and repression literature



Ο αλβανός ποιητής Sejfulla Malëshova μεταξύ σοσιαλιστικού ρεαλισμού και λογοτεχνίας των διωκομένων (Poeti Sejfulla Malëshova midis realizmit socialist dhe letërsisë e të përndjekurve politikë)

 Αχιλλέας Σύρμος 

Υπήρξε, αναμφισβήτητα, ο μεγαλύτερος θεωρητικός του μαρξισμού της Κομμουνιστικής Αλβανίας, μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), εκ των θεμελιωτών του ΚΚΑ, ιθύνων νους της πρώτης μεταπολεμικής κομμουνιστικής διακυβέρνησης της χώρας και εισηγητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην αλβανική λογοτεχνία. Ο Sejfulla Malëshova γεννήθηκε το 1901 στο χωρίο Limar της Malëshova στην επαρχία της Πρεμετής (Përmet), στη νότια Αλβανία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, του χορηγήθηκε υποτροφία από το ιταλικό κράτος και παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης όπου, εν τέλει, εγκατέλειψε, έχοντας έρθει ήδη σε επαφή με κομμουνιστικούς κύκλους της ιταλικής πρωτεύουσας. Στη Ρώμη, μαζί με άλλους αλβανούς φοιτητές, εξέδωσε το περιοδικό Studenti Shqiptar στο οποίο άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Όταν ο ορθόδοξος ιερωμένος Theofan Stilian Noli (ιδρυτής της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, γνωστός ως Fan Noli) ανέλαβε το πρωθυπουργικό αξίωμα και εκλήθη να σχηματίσει τη δημοκρατική κυβέρνηση του 1924, διόρισε τον εικοσιτριάχρονο, τότε, Malëshova γενικό γραμματέα του πρωθυπουργικού του γραφείου.
Με την ανατροπή της κυβέρνησης Noli, λίγους μήνες αργότερα, ο Malëshova εγκαταλείπει την Αλβανία και μεταναστεύει στη Γαλλία. Στο Παρίσι, ασπάστηκε τη μαρξιστική θεωρία και μελέτησε σε βάθος την Οκτωβριανή Επανάσταση, η ιδεολογική αύρα της οποίας τον ώθησε να μετεγκατασταθεί στη Μόσχα και να γίνει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, ολοκληρώνοντας, εν τω μεταξύ, τις σπουδές του στη φιλοσοφία και στις αρχές της μαρξιστικής θεωρίας. Συμμετείχε στο 1ο Συνέδριο της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων όπου και επαινέθηκε για τον επαναστατικό χαρακτήρα των ποιημάτων του από τον Μαξίμ Γκόρκι. Το 1931, ύστερα από τη ρήξη στις τάξεις του Κ.Κ.Σ.Ε με την υπόθεση Μπουχάριν, θα σταλεί εξορία στον Καύκασο με την κατηγορία του μπουχαρινισμού και θα εργαστεί ως εργάτης σε τοπική βιομηχανική μονάδα. Αποκαθίσταται κομματικά και ιδεολογικά ένα χρόνο αργότερα, όταν, σε κάποια συνάντηση του Πολιτμπιρό, ο ίδιος ο Στάλιν υποστήριξε θέσεις τις οποίες με σθένος και επιμονή είχε εκφράσει νωρίτερα ο Sejfulla Malëshova. Λίγο μετά την αποκατάστασή του στο ΚΚΣΕ, επιστρέφει στη Μόσχα και διορίζεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λεμονόσοφ καταλαμβάνοντας την έδρα της μαρξιστικής θεωρίας. Το 1934 γίνεται δεκτός ως μέλος στην Κομιντέρν και με την ιδιότητα αυτή θα επιστρέψει για κάποιο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 1938-141, στη Γαλλία. Στο Παρίσι και τη Λυών έρχεται σε επαφή με διανοούμενους από τον κύκλο των αλβανών εμιγκρέδων, όπως τον Ymer Dishnica και τον Ali Kelmendi, και συνεργάζεται στην έκδοση των εντύπων της διασποράς μέσω των οποίων αναπτύσσει τις μαρξιστικές του θέσεις για μία κομμουνιστική προοπτική της Αλβανίας, θέσεις τις οποίες θα υποστηρίξει εμπράκτως με τον επαναπατρισμό του στην Αλβανία, το 1941, προκειμένου να συνδράμει στη σύσταση του αντάρτικου κινήματος και στη διάδοση του κομμουνισμού.
Με τη λήξη του πολέμου, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Lame Kodra», εκδίδει στα Τίρανα την ποιητική συλλογή Στίχοι (Vjersha, 1945) η οποία συμπεριλαμβάνει ποιήματα που έγραψε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό όπου και καλλιέργησε μια ιδιαίτερα προσωπική ποιητική τεχνοτροπία με θεματολογία βασισμένη στο πνεύμα του αντιφασισμού και των δίκαιων λαϊκών αγώνων για κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική πρόοδο. Οι Στίχοι γνώρισαν μεγάλη απήχηση στην κομμουνιστική νεολαία που συνήθιζε να αποστηθίζει τα ποιήματα του Malëshova. Την ίδια περίοδο, διορίζεται Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού στην κομμουνιστική κυβέρνηση του Ενβέρ Χότζα και χρήζεται επικεφαλής της νεοσύστατης Ένωσης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών Αλβανίας, επιφορτιζόμενος, ως πλέον αρμόδιος, την επίβλεψη του «εξαναγκαστικού γάμου μεταξύ της αλβανικής λογοτεχνίας και του μαρξισμού-λενινισμού». Του ανατέθηκε, επίσης, το σύνολο των ευθυνών επί της πολιτιστικής πολιτικής που θα ακολουθούσε το Κόμμα. Ήταν αυτός που εισήγαγε και καθιέρωσε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό στην Αλβανία, χωρίς, ωστόσο, να ανήκει στην κατηγορία εκείνων που αποκήρυξαν βίαια το λογοτεχνικό έργο των μεγάλων προπολεμικών συγγραφέων, όπως του Gjergj Fishta, του Fan Noli και του Faik Konica. Πιστός στις βαθύτατα δημοκρατικές του αξίες, κατά τη βραχύβια θητεία του ως ρυθμιστής των λογοτεχνικών ζυμώσεων στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αρνήθηκε να αποκλείσει από την πνευματική ζωή της Κομμουνιστικής Αλβανίας δημοφιλείς και αναγνωρισμένους διανοουμένους  που δεν είχαν ενστερνισθεί την κομμουνιστική ιδεολογία.
Παράλληλα, του ανατέθηκε να χαράξει την κομματική πολιτική στο νευραλγικό τομέα της οικονομίας και να διαχειριστεί τη θεμελίωση του τραπεζικού συστήματος της χώρας. Ο Malëshova υποστήριξε μια συνταγματική εφαρμογή του μαρξισμού που θα συνεκτιμούσε τις ιδιαιτερότητες της αλβανικής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας και ήταν πολέμιος της ιδέας της υπαγωγής της Αλβανίας στο γιουγκοσλαβικό μοντέλο, ιδέα την οποία ενστερνίζονταν εκείνη την εποχή ο Ενβέρ Χότζα. Τάσσονταν, επίσης, υπέρ μιας εξωτερικής πολιτικής που θα προωθούσε τη συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση και τις ιδεολογικά ομόδοξες σοσιαλιστικές δημοκρατίες, χωρίς, ωστόσο, να δαιμονοποιεί την ανάπτυξη διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρεατανία, τη Γαλλία και τις υπόλοιπες δυτικές χώρες. Στον τομέα της οικονομίας και της αγροτικής παραγωγής, τάχθηκε κατά της εξοντωτικής δίωξης των μελών της προπολεμικής αστικής τάξης καθότι υποστήριζε ένα μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο η τεχνογνωσία και η εμπειρία επί των οικονομικών πρακτικών, που η τάξη αυτή διέθετε, θα χρησιμοποιούνταν προς όφελος της προλεταριακής κυριαρχίας.
Για το σύνολο των θέσεών του, αλλά κυρίως εξαιτίας της αντιζηλίας του Ενβέρ Χότζα προς το πρόσωπό του λόγω της ευρείας λαϊκής του αποδοχής, το Φεβρουάριο του 1946, σε μία από τις συγκεντρώσεις του Πολιτικού Γραφείου εκδιώχθηκε από κάθε κομματικό αξίωμα με την κατηγορία του λιμπεραλισμού και του οπορτουνισμού. Στη συνέχεια καθαιρέθηκε από το αξίωμα του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού και από τη θέση του επικεφαλής της Ένωσης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών την οποία ο ίδιος είχε ιδρύσει. Ακολούθησε η εξορία του στην κωμόπολη του Μπαλς (Ballsh), όπου έζησε δύο χρόνια σε κατ’ οίκον περιορισμό, και μερικά χρόνια αργότερα στο Φίερ (Fier) η οποία συνοδεύτηκε από μία εφ’ όρου ζωής απομόνωση και μία συνεχή και ασφυκτική δίωξη από τη SIGURIMI.
Κατά τη διατύπωση του Robert Elsie, o Sejfulla Malëshova επέζησε της πτώσης του. Πράγματι, ο Malëshova υπήρξε ο πρώτος ισχυρός κομματικός αντίπαλος του Ενβέρ Χότζα και ήταν ένας από τους ελάχιστους υψηλά ισταμένους διαφωνούντες εντός της κομματικής ιεραρχίας που έπεσε σε δυσμένεια από το δικτάτορα χωρίς να διαταχθεί, ωστόσο, η φυσική του εξόντωση, εξαιτίας, ενδεχομένως, της διεθνούς αναγνώρισης του Malëshova στις τάξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της φήμης που έχαιρε στους κόλπους της σοβιετικής ιντελιγκέντσιας. «Αυτός ο αριστερός ιδεαλιστής, ο οποίος υπήρξε κάποτε μέλος της Κομιντέρν, […] πέρασε την υπόλοιπή του ζωή εξόριστος και εργαζόμενος ως αποθηκάριος στο Fier όπου για χρόνια κανένας κάτοικος της πόλης δεν τόλμησε να του απευθύνει το λόγο. Η μόνη κοινωνική επαφή του ήταν να παίζει ποδόσφαιρο με τα παιδιά της γειτονιάς του. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να τον πλησιάσει, εκείνος έκλεινε τα χείλη του με τα δάχτυλά του, υποδηλώνοντας τον όρκο της αιώνιας σιωπής η οποία του εξασφάλιζε την φυσική του επιβίωση». Ακόμα και κατά τις σπάνιες των περιπτώσεων που κάποιοι τόλμησαν να συζητήσουν μαζί του ζητήματα ποιητικής έκφρασης, όπως ο νεαρός ποιητής Nuredin Boriçi, καταδικάστηκαν με ποινή φυλάκισης από το καθεστώς.
Ο Sejfulla Malëshova πέθανε στις 9 Ιουνίου 1971 στην πόλη της ισόβιας εξορίας του, σε «αδιανόητη απομόνωση», έπειτα από σύντομη νοσηλεία λόγω οξείας σκωληκοειδίτιδας. Μεταγενέστερες έρευνες στο ιατρικό του απόρρητο, από το οποίο είχαν διαγραφεί τα πιο σημαντικά στοιχεία του περιστατικού, στηρίζουν την υπόθεση κάποιας «εσκεμμένης αμέλειας» ή ακόμα και της δολοφονίας. «Αν και όλοι στην πόλη συνήθιζαν να αποστηθίζουν τα ποιήματά του, κανείς δεν τόλμησε να παρασταθεί στην κηδεία του. Ετάφη υπό την παρουσία της αδελφής του, του νεκροθάφτη και δύο πρακτόρων της SIGURIMI».
Σε θεωρητικό επίπεδο, η συμπερίληψη του λογοτεχνικού έργου του Sejfulla Malëshova στο corpus της αλβανικής λογοτεχνίας των διωκομένων φέρει έντονα το στοιχείο της παραδοξότητας,  καθόσον το πέμπτο κριτήριο του ορισμού τοποθετεί τα εγγεγραμμένα σε αυτήν έργα στον θεματικό, υφολογικό και ιδεολογικό αντίποδα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Πώς είναι δυνατόν, συνεπώς, ο εισηγητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην Κομμουνιστική Αλβανία να είναι ταυτόχρονα και εκπρόσωπος της λογοτεχνίας των διωκομένων; Η περίπτωση του Sejfulla Malëshova επαναφέρει θεωρητικά ζητήματα που ανέκυψαν εν τη συστάσει της σοβιετικής λογοτεχνίας του γκουλάγκ η οποία, όπως εξετάστηκε αναλυτικά στο πρώτο κεφάλαιο, ανάγει την καταγωγή της στο λογοτεχνικό έργο Σολόφκι του Μαξίμ Γκόρκι που συνέγραψε κατόπιν κομματικών υποδείξεων προς ενίσχυση των προπαγανδιστικών μηχανισμών του σταλινισμού. Συγκεκριμένα, το ζήτημα που επαναφέρεται, δια της λογοτεχνικής αναφοράς στο έργο του Malëshova, είναι το ίδιο το σημείο ειδολογικής συνάντησης της λογοτεχνίας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και της λογοτεχνίας των διωκομένων. Η ποιητική συλλογή Στίχοι (Vjersha) που εκδίδει ο Malëshova το 1945, εκτός από το να σηματοδοτεί την εμφάνιση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην αλβανική λογοτεχνία, φέρει, ταυτόχρονα, το σπέρμα μιας επαναστατικής λειτουργίας της τέχνης που στηλιτεύει κάθε δεσποτισμό και εμφορείται από τις αυθεντικές αξίες της πρώτης επαναστατικής ορμής ενάντια στη φασιστική και ολιγαρχική καταπίεση, μια επαναστατική ορμή που συναντάμε τόσο στους φλογερούς στίχους του Μαγιακόφσκι όσο και στα έργα της Ρώσικης Πρωτοπορίας του 1920. Το ποιητικό έργο του Malëshova, ακόμα και τα ελάχιστα ποιήματα που γράφει στα χρόνια της εξορίας, μένει αμόλυντο και ανεπηρέαστο από την μετατροπή του ΚΚΑ σε έναν πρωτόγνωρα τυραννικό μηχανισμό εξουσίας που συμπαρέσυρε την επίσημη εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή στον προπαγανδιστικό εκφυλισμό, στην προώθηση της προσωπολατρίας του δικτάτορα Ενβέρ Χότζα και στην εξύμνηση φανταστικών σοσιαλιστικών θαυμάτων.
Ωστόσο, ούτε η έκφραση της γνήσιας επαναστατικής ορμής των Στίχων (Vjersha), ούτε η εξοντωτική απομόνωση και η μακροχρόνια δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του συνθέτουν τις ικανές εκείνες συνθήκες επί των οποίων δικαιολογείται η συγκατάταξη του Sejfulla Malëshova στο πάνθεον των εκπροσώπων της αλβανικής λογοτεχνίας των διωκομένων. Το λογοτεχνικό έργο που τηρεί επί αρκούντως τα ορισθέντα ειδολογικά κριτήρια γράφτηκε από το Malëshova στα χρόνια της εξορίας. Σύμφωνα με τις έρευνες του καθηγητή Nasho Jorgaqi στα Κρατικά Αρχεία της κομμουνιστικής περιόδου (ARKIVI QENDROR I SHTETIT), στα τέλη της δεκαετίας του 2000, αναδύθηκαν από την αφάνεια χειρόγραφα με έξι ποιήματα του Malëshova τα οποία, παρά την εμφανή υφολογική τους επιρροή από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, διαπνέονται από την αίσθηση μίας συσσωρευμένης δυσφορίας που εσωτερικοποιείται και μια λεπτή ειρωνεία που εκδηλώνεται ως ψόγος κατά του ίδιου του δικτάτορα και του χοτζικού ολοκληρωτισμού, στοιχεία τα οποία απαντούν ειδικότερα στο ποίημα «Ο άνθρωπος με τους κοθόρνους και τους αυλικούς (Njeriu me këmbajka dhe servilët)». Μαζί με τα χειρόγραφα των ποιημάτων, η έρευνα του καθηγητή Jorgaqi ανέσυρε διάφορα σκόρπια χειρόγραφα μεταφράσεων του Malëshova, όπως μεταφράσεις ποιημάτων του Πέρση ποιητή και φιλοσόφου Ομάρ Καγιάμ, του Πούσκιν και του Νεκράσοφ. Είναι γνωστό ότι, όπως ακριβώς και με την περίπτωση του Jusuf Vrioni, το χοτζικό καθεστώς υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, τους διωκόμενους διανοουμένους σε καταναγκαστική μεταφραστική εργασία στον κρατικό εκδοτικό οίκο «Naim Frasëri». Ο εν λόγω εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε το Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ σε μετάφραση Malëshova χωρίς, ωστόσο, να αναφέρεται το όνομά του, κατά τα καθεστωτικά ειωθότα. Με την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Αλβανία και κατά τα πρώτα χρόνια της δημοκρατικής μετάβασης, το όνομα του Sejfulla Malëshova παρέμενε σχεδόν ξεχασμένο στη συλλογική μνήμη. Η επιστημονική έρευνα επί της αξίας του λογοτεχνικού και μεταφραστικού του έργου, όσο και επί των πολιτικών του αρχών, τυγχάνουν εν εξελίξει. Πολλοί είναι εκείνοι που υποπίπτουν στον πειρασμό της υπόθεσης σχετικά με την ιστορικοπολιτική οδό που θα είχε χαράξει ο μαρξισμός στην Κομμουνιστική Αλβανία εάν ο ίδιος είχε επικρατήσει στην εσωκομματική σύγκρουσή του με τον Ενβέρ Χότζα το 1946.

Σημειώσεις:
Τα στοιχεία που αφορούν στη ζωή, την πολιτική δράση, το ποιητικό και μεταφραστικό έργο του Sejfulla Malëshova αντλώ από τις εξής πηγές:
1. Elsie Robert, “Sejfulla Malëshova (1901-1971)”,  History of Albanian Literature.
2. Nasho Jorgaqi, “Sejfulla Malëshova, Zbulohen vargjet ku tallej diktatori”, Zemra Shqiptare 09/12/2008.
3. Nasho Jorgaqi, “Si e ndiqte Sigurimi i Shtetit Sejfulla Malëshovën”, Tirana Observer, 17/11/2011. 
4. “Sejfulla Maleshova, ideatori dhe luftëtari për demokraci dhe pluralizëm në Shqipëri”, Veterani, Mars 2015, nr. 3(315).
5. Dade Agim - Xhevdet Shehu, “Në 115 vjetorin e lindjes së Sejfulla Malëshovës: Kur harresa të fisnikëron edhe më shumë”, Dita 12/08/2015.
6. Dade Agim - Xhevdet Shehu, “Fundi i trishtueshëm i Lame Kodrës”, Dita 13/08/2015.
7.  Nafiz Bezhani, “Përse në hije Lame Kodra?”, Republika, 07/04/1991.
8. Smirnova Nina, “Ç’ tha Gorki për Malëshovën në kongresin e shkrimtarëve sovjetikë”, Mapo 13/08/2016.
9. Dragoj Nuri, “Shkaqet e përplasjes së Sejfulla Malëshovës me Enver Hoxhën”, Koha Jonë, 22/11/2016.
10. “Rubaira të Omar Khajamit në shqipërimin e Sejfulla Maleshovës”,  Perla, 2009, Nr. 1.
11. Shele Agron, Ngjyrime Universale – Ese 1, “Vështrim rreth Vëllimit poetik “Vjersha” të autorit Lame Kodra”, Tiranë : Ada, 2014.