Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Βάτσλαβ Χάβελ: Ο αιώνιος αντιφρονών






Natalie Nougayrède - Martin Plicta, Χάβελ: Ο αιώνιος αντιφρονών 
στο «μέρος που δεν συμβαίνει τίποτα»”, Le Monde 20 Décembre 2011



Μια μέρα του 1990, μόλις εγκατεστημένος στο προεδρικό μέγαρο (το «κάστρο») της Πράγας, ο Βάκλαβ Χάβελ (Václav Havel) εμπιστεύεται σε κάποιους φίλους του: «φοβάμαι πως ένα πρωί θα ξυπνήσω σε ένα κελί φυλακής και θα αρχίσω να διηγούμαι στους συγκρατουμένους μου αυτό το παράξενο όνειρο που είχα, όπου ήμουν λέει πρόεδρος της δημοκρατίας». Δραματουργός, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντίπαλος ενός «ομαλοποιημένου» κομμουνιστικού καθεστώτος (τόσο άκαμπτου που η χώρα είχε καταντήσει να αποκτήσει το παρατσούκλι «το μέρος όπου δε συμβαίνει τίποτα»), πρόεδρος μιας Τσεχοσλοβακίας που αποφασίζει εντέλει να επανασυνδεθεί με το δημοκρατικό και εύπορο παρελθόν της του μεσοπολέμου, στη συνέχεια επικεφαλής του κράτους -και εκφραστής της ηθικής συνείδησης- της Τσεχίας που μεταβάλλεται πια σε ένθερμη οπαδό του «καπιταλισμού»... Ο Βάκλαβ Χάβελ ήταν όλα τα παραπάνω. Στη γενιά του «underground», στους νέους αντιφρονούντες και όλους όσοι τον συναντούσαν ιδιωτικά, αφήνει κι άλλες αναμνήσεις, που αποκαλύπτουν μια συγκινητική προσωπικότητα: ο -πρόεδρος πια- «Βάσεκ» να χαμογελάει «ως τα αυτιά» δίπλα στους «ρόλινγκ στόουνς» σε μια από τις αίθουσες δεξιώσεων του «κάστρου». Ο «Βάζεκ» στο εξοχικό του στο Χράντετσεκ φορώντας τζιν, με το αιώνιο τσιγάρο στα χείλη. Αυτοχαρακτηριζόταν «αδέξιος», «χωρίς πρακτική αίσθηση», «απροετοίμαστος».
Εκτοξευόμενος από τη μια μέρα στην άλλη στην κορυφή του κράτους, αναγκάστηκε να αποβάλει την έμφυτη αντιπάθειά του για το προεδρικό αξίωμα. Όπως ήταν φυσικό, τα δεκατρία χρόνια που παρέμεινε στην εξουσία, η δημοτικότητα του Βάκλαβ Χάβελ υπέστη κάποια φθορά, αλλά μετά τη λήξη της θητείας του, αποκαταστάθηκε η θέση του στη συνείδηση των Τσέχων. Σε μια πρόσφατη έρευνα, οι συμπατριώτες του τον τοποθέτησαν τρίτο στον κατάλογο των σημαντικότερων Τσέχων της ιστορίας, πίσω από τον ιδρυτή-πρόεδρο της Τσεχίας Τόμας Μάζαρικ (Tomáš Mazaryk) και τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 14ο αιώνα Κάρολο Ε'.
Μυστακοφόρος και με απείθαρχο ξανθό μαλλί, ουδέποτε θέλησε να συμμετάσχει στην «κεντρική πολιτική». Γεννημένος στις 5 Οκτωβρίου 1936 σε μια εύπορη αστική οικογένεια της Πράγας, ο νέος Βάκλαβ προσελκύεται πολύ γρήγορα από τη λογοτεχνία και τις τέχνες. Αλλά οι εποχές δεν τον ευνοούν: τη δεκαετία του '50 ο έφηβος καλείται να τιμωρηθεί για την καταγωγή του από οικογένεια «κερδοσκόπων και εκμεταλλευτών». Στις αρχές του αιώνα, ο παππούς του είχε κτίσει τα πρώτα κτίρια από μπετόν στην Πράγα, ιδίως το μέγαρο «Λουκέρνα» στην πλατεία Βέντσεσλας και το οικογενειακό σπίτι, στις όχθες του Βλάτβα. Ο θείος και ο πατέρας του ανέγειραν το «τσέχικο Χόλυγουντ», τα φημισμένα στούντιο Μπαραντόφ, που μετά τον πόλεμο δημεύθηκαν από την κομμουνιστική κυβέρνηση.
Όπως και ο μικρότερος αδερφός του Ιβάν, ο Βάκλαβ Χάβελ υποχρεώνεται να καταρτισθεί και να απασχοληθεί ως χειρώνακτας. Έτσι θα γίνει βοηθός εργαστηρίου πριν του επιτραπεί να εγγραφεί στην οικονομική σχολή του πολυτεχνείου, σπουδές που εγκαταλείπει ανολοκλήρωτες. Μετά τη στρατιωτική του θητεία εργάζεται ως εργάτης σκηνής, πριν γίνει, στις αρχές της δεκαετίας του '60 καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Na Zabradli («στα οδοφράγματα»). Κατά τη διάρκεια της «χαλάρωσης» του καθεστώτος που προηγείται της «άνοιξης της Πράγας» είναι πια εγκεκριμένος συγγραφέας του ιδίου θεάτρου, και βρίσκεται στην ακμή της συγγραφικής του δραστηριότητας.
Οι τοποθετήσεις του υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης συγκεντρώνουν την προσοχή: γνωρίζει τις πρώτες σοβαρές ενοχλήσεις από την κυβέρνηση. Απαγορεύεται πολλάκις η έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «twar» («πρόσωπο»), του οποίου είναι συνιδρυτής. Εκείνη την εποχή συναντά μια όμορφη ξανθιά, υποβολέα στο θέατρο, την Όλγα Σπλιτσάλοβα (Olga Splitchalova) που θα τη νυμφευτεί. Αργότερα, σε ένα βιβλίο-συνέντευξή του («ανάκριση εξ αποστάσεως», 1989) θα υπογραμμίσει το ρόλο της Όλγας δίπλα του: «εγώ είμαι παιδί αστών, ένας διαρκώς αναποφάσιστος διανοούμενος. Εκείνη είναι κόρη προλεταρίων, αυθεντική, ρεαλίστρια και κάπως συναισθηματική... Χάρη στη διαύγειά της με "προσγειώνει" στις τρελές μου ιδέες, κι είναι το προσωπικό μου στήριγμα στις δημόσιες μου παρεμβάσεις». Αν κι «ελεύθερο» ζευγάρι, με πολλά μικρά «παραστρατήματα», σύμφωνα με τον ίδιο το Βάκλαβ Χάβελ, το δίδυμο Βάκλαβ-Όλγα θα παραμείνει αρραγές επί σχεδόν σαράντα χρόνια. Μετά το θάνατο της συζύγου του, το 1996, ο Βάκλαβ Χάβελ, που λίγους μήνες αργότερα θα υποστεί την αφαίρεση του μισού του πνεύμονα λόγω καρκίνου, θα νυμφευθεί εκ νέου, με την κατά δεκαεπτά χρόνια νεότερή του ηθοποιό Ντάγκμαρ Βέσκρνοβα (Dragmar Veškrnová).

«Το 1997, ο Βάκλαβ Χάβελ καταγγέλλει " το βαρύ σφάλμα που συνιστά η επιθυμία να συρρικνωθεί ο άνθρωπος σε σκέτο παραγωγό πλούτου"»

1968. Η ισοπέδωση του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» από τα σοβιετικά τανκς ξανακλείνει το μισανοιγμένο κλουβί της ελευθερίας. Πάντως ο Βάκλαβ Χάβελ επωφελείται από το «άνοιγμα» για να κάνει ένα μακρύ ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες και να συναντήσει όλες τις σημαντικές μορφές της τσεχοσλοβακικής διασποράς του 1948. Επιλέγει όμως να επαναπατριστεί. Τα προβλήματα με το καθεστώς συνεχίζονται, παράλληλα με την πολιτική του ωρίμανση, που θα αποτυπωθεί το 1978 σε μια συλλογή δοκιμίων υπό τον τίτλο «η εξουσία των ανίσχυρων», τις ιδέες του οποίου θα ακολουθήσει ως αντιφρονών και αργότερα ως πρόεδρος της χώρας. Πολύ γρήγορα, το καθεστώς τον ενοχοποιεί: τα έργα του και κάθε δημόσια παρέμβασή του απαγορεύονται. Ζει από τα πνευματικά δικαιώματα των έργων του που παίζονται στο εξωτερικό και διάφορες μικροδουλειές, όπως γκαρσόν σε μπυραρία, μια εμπειρία που θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης για το έργο του «ακρόαση».        
Αλλά ο Βάκλαβ Χάβελ ασφυκτιά, εξεγείρεται. Τον Απρίλιο του 1975, ενώ έχει μόλις ιδρύσει τη διακεκριμένη συλλογή «σαμιζντάτ» (ονόματι «česká expedice») γράφει στον πρόεδρο Γκούσταβ Χούζακ (Gustáv Husák), τον εκλεκτό της Μόσχας, για τα διαμαρτυρηθεί για το χάσμα μεταξύ της καθημερινής πραγματικότητας και των δημοκρατικών αρχών που αναφέρονται στο σοσιαλιστικό σύνταγμα και διακηρύσσονται από το κόμμα. Καταγγέλλει την «υποτιμητική γελοιότητα» του καθεστώτος, την «υποκρισία που υφίστανται οι πολίτες» και «το χειρότερο όλων, αναμφίβολα, το συναίσθημα της γενικευμένης δειλίας» που κυριαρχεί επί τόσα πολλά χρόνια. Αυτή η ανοικτή επιστολή ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην αντίσταση στο καθεστώς. Το κείμενο κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι. Η τρομερή μυστική ασφάλεια του καθεστώτος, η StB κλιμακώνει τις πιέσεις της στο ζεύγος Χάβελ.
Την 1η Ιανουαρίου 1977, μετά τη σύλληψη των μελών του συγκροτήματος ροκ μουσικής «Plastic People» ο Βάκλαβ Χάβελ δημοσιεύει με μερικούς φίλους του τη «χάρτα 77», ένα μανιφέστο που απαιτεί το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γύρω από το οποίο θα συσπειρωθούν όλοι όσοι δεν έχουν επιλέξει τη σιωπή. Το κείμενο αρχικά συγκεντρώνει 242 υπογραφές. Το «γνωστό αντισοσιαλιστικό στοιχείο Χάβελ», όπως τον αποκαλεί το δημοσιογραφικό όργανο του καθεστώτος «ρούντε πράβο» είναι πια το «μαύρο πρόβατο» του καθεστώτος. Εναντίον του εξαπολύονται εκστρατείες δυσφήμισης και μίσους. Οι δίκες, οι κρατήσεις, οι κατ' οίκον περιορισμοί διαδέχονται η μία την άλλη, χωρίς να κάμπτουν τη θέλησή του ή να τον εξαναγκάζουν να μεταναστεύσει. Από τα δώδεκα χρόνια που είναι ο άτυπος ηγέτης της αντιπολίτευσης, τα πέντε θα τα περάσει στη φυλακή. Την πρώτη δεκατετράμηνη φυλάκιση, μεταξύ 1977-1978, θα την ακολουθήσει μια καταδίκη σε τεσσεράμισι χρόνια κάθειρξης το 1979, στο πλαίσιο της μεγάλης δίκης μιας δεκάδας αντιφρονούντων, ιδρυτών της «επιτροπής άμυνας αδίκως καταδικασθέντων» (VONS). Θα αποφυλακισθεί το 1982, λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του.
Πίσω από τα κάγκελα, με ρυθμό τεσσάρων σελίδων την εβδομάδα -που εξετάζονται εξονυχιστικά από τη λογοκρισία- ο Βάκλαβ Χάβελ συντάσσει τα «γράμματα στην Όλγα» μια συλλογή φιλοσοφικών κειμένων στα οποία προχωράει σε μια δημιουργική ενδοσκόπηση: «δεν θεωρώ αυτές τις φυλακίσεις ούτε τραγωδία, ούτε και κωμωδία, αλλά κάτι για το οποίο ήμουν προδιαγεγραμμένος. Όταν τελειώσουν, ξέρω πως θα βρίσκομαι εν ειρήνη με τον εαυτό μου».  
Ευρισκόμενος σε επίσημη επίσκεψη στην Πράγα το Δεκέμβριο του 1988, ο Φρανσουά Μιτεράν (François Mitterand) προσκαλεί σε πρόγευμα μια δεκάδα αντιφρονούντες, μεταξύ των οποίων και το Βάκλαβ Χάβελ, που του αναφέρει «την αξιοθρήνητη αντίφαση μεταξύ του προσώπου που δείχνουν οι (κομμουνιστές) ηγέτες της χώρας στους ξένους επισήμους κι εκείνου που δείχνουν στους υπηκόους τους». Ένα μήνα αργότερα, ο Βάκλαβ Χάβελ φυλακίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά για «παρότρυνση σε πράξεις αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας».  Με την ευκαιρία της εικοστής επετείου από την αυτοπυρπόληση του φοιτητή Γιαν Πάλαχ (Jan Palach) ξεσπάνε στην Τσεχοσλοβακία μια σειρά από διαδηλώσεις, που καταστέλλονται βίαια από την αστυνομία και οδηγούν σε νέο κύμα συλλήψεων αντιφρονούντων. Υπό την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης, στις αρχές του καλοκαιριού, οι αρχές αναγκάζονται να απελευθερώσουν το Χάβελ χωρίς μολοταύτα να του επιτρέψουν να παραστεί το φθινόπωρο στη Φρανκφούρτη ώστε να παραλάβει το βραβείο των Γερμανών βιβλιοπωλών.
Αλλά πλέον ο Χάβελ και οι υπόλοιποι υπογράφοντες τη «χάρτα 77» δεν είναι μόνοι. Ένα κείμενο που τιτλοφορείται «μερικές φράσεις», στο οποίο ζητείται ο εκδημοκρατισμός του καθεστώτος, συγκεντρώνει 35,000 υπογραφές. Η κεντρική Ευρώπη συνταράσσεται και το τείχος του Βερολίνου γκρεμίζεται. Στην Πράγα, η άγρια καταστολή μιας φοιτητικής διαδήλωσης στις 17 Νοεμβρίου είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Τη μεθεπομένη, ο Χάβελ ιδρύει με μερικούς φίλους του το αντικαθεστωτικό κίνημα «φόρουμ πολιτών» (ΟF). Ως επικεφαλής του κινήματος, διαπραγματεύεται με τους κομμουνιστές ηγέτες της χώρας και τους εξαναγκάζει να εγκαταλείψουν την διακυβέρνηση. Το πλήθος κραυγάζει «Havel na hrad!» («ο Χάβελ στο "κάστρο"!»). Στις 28 Δεκεμβρίου 1989 ο αντιφρονών συγγραφέας εκλέγεται ομόφωνα πρόεδρος της δημοκρατίας από την -πειθαρχημένη ως το τέλος- κομμουνιστική βουλή.  
«Προτιμώ να είμαι εκείνος που επιλέγει τον ηγεμόνα, παρά ηγεμόνας ο ίδιος»  Βάκλαβ Χάβελ
Η προφανής του αδεξιότητα και η συστολή του συγκινούν το λαό. Κατά τη διάρκεια της τελετής ορκωμοσίας του, οι Τσέχοι παρατηρούν πως το παντελόνι του είναι πολύ κοντό και εντυπωσιάζονται από την αδεξιότητα της ομιλίας του, της πρώτης ως επικεφαλής του κράτους. Ο Χάβελ πάντως φροντίζει να τους προειδοποιήσει: «είμαι συγγραφέας, όχι ρήτορας». Καταχειροκροτούμενος, ο «Βάζεκ» μοιάζει σχεδόν ενοχλημένος που εκτοξεύτηκε κατ' αυτόν τον τρόπο στην πρώτη γραμμή της πολιτικής: «προτιμώ να είμαι εκείνος που επιλέγει τον ηγεμόνα, παρά ηγεμόνας ο ίδιος».
Από αντιφρονών, πρόεδρος: οι εξελίξεις μοιάζουν αναμφίβολα θεατρικές. Τον Οκτώβριο του 1991, σε μια ομιλία του στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, θα συγκρίνει τη θέση του με εκείνη «ενός κριτικού λογοτεχνίας που έξαφνα εξαναγκάστηκε να γράψει ένα μυθιστόρημα», Η επίσημη βιογράφος του Έντα Κρίσοβα (Eda Kriseova) βρίσκει μια διαφορετική έκφραση: «η εξουσία έπεσε στα χέρια ενός ανθρώπου που είχε κάνει διατριβή στην εξουσία όσων δε διαθέτουν εξουσία»!
Μπορεί άραγε η συνέχεια των γεγονότων να θεωρηθεί πραγματικά ως μια πολιτική «ηθική», βασισμένη στη «γνώση και την αλήθεια»; Το διαζύγιο, έστω «βελούδινο», μεταξύ Πράγας και Μπρατισλάβα, αποτελεί προσωπική αποτυχία του Χάβελ. Αλλά το 1992 η ρήξη μεταξύ Τσέχων και Σλοβάκων είναι πια αναπόφευκτη και η δυναμική των εξελίξεων ξεφεύγει από τον έλεγχο του προέδρου της ομοσπονδίας: η επιθυμία του να υπάρξει μια «αυθεντική ομοσπονδία» που θα αντικαταστήσει την «ολοκληρωτική ομοσπονδία» του παρελθόντος, δεν εισακούεται. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους παραιτείται. Στο έργο του «καλοκαιρινοί διαλογισμοί» καταγράφει αυτή την ιστορική καμπή: «ανέκαθεν οι Τσέχοι θεωρούσαν την Τσεχοσλοβακία κράτος τους πολύ περισσότερο από ότι οι Σλοβάκοι. Και το έκαναν επιδεικνύοντας κάποτε τόσο εγωισμό, τόση περιφρόνηση, τόση αγένεια, που απώθησαν ακόμα περισσότερο τους Σλοβάκους» προς την έξοδο από το κοινό σπίτι.
Αλλά το τέλος του Χάβελ δεν έχει έρθει ακόμα. Παίζει ενεργό ρόλο στη σύνταξη του νέου συντάγματος της Τσεχίας, της οποίας εκλέγεται πρώτος πρόεδρος, τον Ιανουάριο του 1993. Η χαρακτηριστική βραχνή φωνή του καπνιστή, θα ακούγεται έκτοτε κάθε Κυριακή από το ραδιόφωνο, στην τακτική ραδιοφωνική επικοινωνία του προέδρου με τους συμπολίτες του. Η επιμονή του στην υπεράσπιση της κοινωνίας των πολιτών και τη συμμετοχική δημοκρατία θα τον οδηγήσει σε τριβές με τον πρωθυπουργό της χώρας Βάκλαβ Κλάους (Vaclav Klaus) που είναι θιασώτης «θατσερικών» μεταρρυθμίσεων. Ελάχιστη είναι η αλληλοεκτίμηση μεταξύ των δύο Βάκλαβ. Το 1997, ο Βάκλαβ Χάβελ καταγγέλλει «το βαρύ σφάλμα που συνιστά η επιθυμία να συρρικνωθεί ο άνθρωπος σε σκέτο παραγωγό πλούτου». Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, είναι ένθερμος υποστηρικτής της ταχείας ένταξης της χώρας του στις ευρωατλαντικές δομές. Ο άλλος πυλώνας της πολιτικής του είναι η συμφιλίωση με τη Γερμανία, τα θεμέλια της οποίας θέτει ο ίδιος προσωπικά ήδη από το 1990, όταν εξ ονόματος του τσεχοσλοβάκικου λαού ζητά συγγνώμη από τη Γερμανία για την εκτόπιση τριών εκατομμυρίων Σουδητών, μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο.
«Η αλήθεια κι η αγάπη θα υπερνικήσουν το ψεύδος και το μίσος», διακήρυσσαν οι διαδηλωτές του 1989. Ως καταλύτης της αναγέννησης της χώρας του, ο Βάκλαβ Χάβελ συχνά παρομοιάσθηκε με τον Τόμας Μάζαρικ, το διακεκριμένο πρόεδρο της τσεχοσλοβακικής δημοκρατίας που το μεσοπόλεμο ξεχώριζε ανάμεσα στους ολοκληρωτικούς ηγέτες που ξεφύτρωναν παντού στην κεντρική Ευρώπη. Παρομοίως, ο ανθρωπισμός του Χάβελ σφράγισε ανεξίτηλα την επιστροφή και τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας στη χώρα του, μετά από σαράντα χρόνια κομμουνιστικής κατάψυξης.
Η δράση των αντιφρονούντων, εξηγούσε το 1992 σε μια ομιλία του, «προϋπέθετε την καλλιέργεια της υπομονής» «μιας αίσθησης αναμονής που βασίζεται στην πεποίθηση πως ο σπόρος που έπεσε στο έδαφος θα ριζώσει, θα φυτρώσει και θα καρπίσει. Χωρίς κανείς να γνωρίζει πότε ακριβώς. Μια μέρα». Ο αντιφρονών της δεκαετίας του 1980, που τον απασχολούσε ήδη η «παραδοξότητα» της ζωής του, συναισθανόταν άραγε τα απίστευτα παιχνίδια που έμελλε να του παίξει η ιστορία; «Συν τω χρόνω», έγραφε «με θεωρούν όλο και περισσότερο σαν ένα είδος πολιτικού, κάτι που ουδέποτε θέλησα να γίνω. Εμένα με νοιάζει η φιλοσοφία, αλλά ποιος θα με θεωρούσε ποτέ πραγματικό φιλόσοφο; Αλλά και στο θέατρο, το πραγματικό μου επάγγελμα, δεν είμαι ούτε εκεί ειδήμων. Επέλεξα συνειδητά να ακολουθήσω μια ζωή ταραγμένη, αλλά από την άλλη το μόνο που επιθυμώ είναι η γαλήνη. Πώς είναι δυνατό αυτός ο κόμπος παραδοξοτήτων και αντιφάσεων που είμαι να τα κατάφερε να διανύσει μια ολόκληρη ζωή και μάλιστα, από ότι τουλάχιστο μου λένε, με κάποια σχετική επιτυχία;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου