Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Tzvetan Todorov: Ο φόβος και η ταπείνωση


Λιλυ Εξαρχοπούλου, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22-1-2011

Πολυμεταφρασμένος και στην Ελλάδα, ο γαλλοβούλγαρος φιλόσοφος Τσβετάν Τοντορόφ στο παρόν βιβλίο ασχολείται με το άκρως επίκαιρο θέμα της επονομαζόμενης, κατά Χάντινγκτον, σύγκρουσης των πολιτισμών. Πριν προχωρήσει στην ανάλυση της σημερινής κατάστασης, ο Τοντορόφ θέτει τους βασικούς ορισμούς του πολιτισμού και της βαρβαρότητας και μετέρχεται των απόψεων των αρχαίων συγγραφέων καθώς και, σε μεγαλύτερο βάθος, των κορυφαίων Γάλλων Διαφωτιστών. Στον πρόλογό του αναφέρει επιγραμματικά τους επιμέρους τομείς της ανάλυσής του, η οποία χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια με τους εύγλωττους τίτλους: «Βαρβαρότητα και πολιτισμός», «Οι συλλογικές ταυτότητες», «Ο πόλεμος των κόσμων», «Πλέοντας ανάμεσα σε σκοπέλους» και «Η ευρωπαϊκή ταυτότητα». Στο συμπερασματικό κεφάλαιο «Πέρα από τους μανιχαϊσμούς» διατυπώνει κάποιες σκέψεις για τον διαπολιτισμικό διάλογο και προτάσεις για την πολιτική των δυτικών χωρών.

Από το πρώτο ήδη κεφάλαιο δηλώνει ότι «πολιτισμένος είναι, παντού και πάντα, όποιος μπορεί να αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόσταση των άλλων», ενώ βάρβαρος αυτός που δεν την αναγνωρίζει. Στη διαμόρφωση της σκέψης του πρωτεύοντα ρόλο παίζει η τυπολογία του Dominique Moisi, ο οποίος κατηγοριοποιεί τις χώρες σε ομάδες ανάλογα με το πάθος που τις διακρίνει. Ετσι έχουμε την ομάδα της λαχτάρας, που «ο πληθυσμός τους νιώθει συχνά ότι ... έχει κρατηθεί μακριά από την κατανομή του πλούτου· σήμερα έχει έρθει η σειρά τους», τις χώρες της μνησικακίας, που «είναι απόρροια μιας ταπείνωσης πραγματικής ή φανταστικής, που υποτίθεται ότι υπέστησαν από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες χώρες», του φόβου, οι οποίες είναι οι χώρες της Δύσης που κυριαρχούσαν σ' όλο τον κόσμο επί αιώνες και της αναποφασιστικότητας, «υπολειμματική ομάδα ...τα μέλη της οποίας ενδέχεται να υποκύψουν μια μέρα στη λαχτάρα ή τη μνησικακία». Σήμερα η κυρίαρχη αντίθεση δεν είναι ανάμεσα σε θρησκείες ή πολιτισμούς αλλά μεταξύ των χωρών του φόβου και των χωρών της ταπείνωσης. Διευκρινίζει ότι ο πολιτισμός (civilization) δεν πρέπει να συγχέεται με τις κουλτούρες (cultures) που «δεν αντιστοιχούν σε μια άχρονη ηθική και διανοητική κατηγορία, αλλά σε ιστορικά μορφώματα που εμφανίζονται και εξαφανίζονται».

Κομβικός στην ευρωπαϊκή σκέψη υπήρξε ο Διαφωτισμός, ο οποίος συνάρθρωσε την οικουμενικότητα των αξιών και την πολλαπλότητα των πολιτισμών. Ο πολιτισμός συνδέεται με τις αξίες και τη σκέψη και όχι με έργα και πρακτικές των τεχνών, όπως είναι η διαδεδομένη παρανόηση. Υπάρχουν κουλτούρες, όπως αυτή των Ζουλού, που γνωρίζουν είδη και μορφές έκφρασης τις οποίες αγνοούν παντελώς οι Ευρωπαίοι. «Η ανθρώπινη κουλτούρα είναι συνώνυμο των πνευματικών και ηθικών ικανοτήτων των ανθρώπινων όντων», λέει ο Τοντορόφ και παραθέτει τον Μοντεσκιέ, ο οποίος δήλωνε «άνθρωπος κατ' ανάγκη, και Γάλλος μόνο λόγω του τυχαίου περιστατικού της γέννησής του σ' αυτό τον τόπο κι όχι σε κάποιον άλλο». Το θέμα του πολιτισμού ή της βαρβαρότητας είναι ρευστό: «Καμία κουλτούρα δεν είναι καθεαυτή βάρβαρη, κανένας λαός δεν είναι οριστικά πολιτισμένος· όλες και όλοι μπορούν να γίνουν τόσο το ένα όσο και το άλλο». Τα παραδείγματα της «πολιτισμένης Δύσης» αφθονούν: από την Ιερά Εξέταση ώς τον Χίτλερ. Γι' αυτό και αισθάνεται υποχρεωμένος να ορίσει τον βάρβαρο: «είναι αυτός που πιστεύει ότι ένας πληθυσμός, ή ένα ον, δεν ανήκει πλήρως στην ανθρωπότητα και επομένως αξίζει όρους μεταχείρισης τους οποίους επ' ουδενί δεν θα δεχόταν για τον ίδιο».

Εξηγώντας τις συλλογικές ταυτότητες ο Τοντορόφ διασαφηνίζει ότι η αρχική ταυτότητα επιβάλλεται κατά την παιδική ηλικία και απαρτίζεται από την κοινή γλώσσα κι ένα σύνολο κοινών αναφορών που έχουν ονομαστεί η «ουσιώδης κουλτούρα». Ενα ακόμη χαρακτηριστικό είναι ότι το κάθε άτομο δεν διαθέτει μία αλλά πολλές πολιτισμικές ταυτότητες, είναι επί παραδείγματι, Αμπελοκηπιώτης, Αθηναίος, Ελληνας, Μεσογειακός, Βαλκάνιος, Ευρωπαίος, άντρας, ιδιωτικός υπάλληλος, σινεφίλ, Παναθηναϊκός κ.ο.κ., άρα η ατομική ταυτότητα συντίθεται από τη συνάντηση πολλαπλών συλλογικών ταυτοτήτων. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις κουλτούρες: «Δεν υπάρχουν αμιγείς και νόθες κουλτούρες· όλες τους είναι μεικτές (ή "υβρίδια" ή "επιμειξίες"). Οι επαφές ανάμεσα σε ανθρώπινες ομάδες ανάγονται στις απαρχές του είδους ...». Οι κουλτούρες μετασχηματίζονται συνέχεια και στη σημερινή εποχή αυτό συμβαίνει με μεγάλη ταχύτητα, πράγμα που γεννά την αμυντική στάση κάποιων ομάδων που υποστηρίζουν με φανατισμό την αρχική τους ταυτότητα. Κάθε αντίληψη είναι μια κατασκευή και αναμειγνύει «πραγματικότητες» με «μυθοπλασίες». Ταυτοχρόνως ομάδες που στο παρελθόν είχαν υποστεί αδικίες και κακομεταχείριση αγωνίζονται να αναγνωριστούν.

Ο Τοντορόφ προσυπογράφει την άποψη του Αμάρτια Σεν ότι μια αναγκαία συνθήκη για την έκρηξη της βίας είναι «η αναγωγή της πολλαπλής ταυτότητας σε μοναδική». Ωστόσο συχνά υπάρχει εμπλοκή της έννοιας της κουλτούρας με αυτή του κράτους, ενώ το κράτος: «είναι μια διοικητική και πολιτική οντότητα με καλώς ορισμένα σύνορα, που περιέχει προφανώς άτομα τα οποία φέρουν πολυάριθμες κουλτούρες». Κατά συνέπεια κάθε κοινωνία και κάθε κράτος είναι πολυπολιτισμικά και «Η διαφορά δεν είναι ανάμεσα σε πολυπολιτισμικές και μονοπολιτισμικές κοινωνίες αλλά ανάμεσα σ' αυτές που, κατά την εικόνα που σχηματίζουν για την ταυτότητά τους, δέχονται την εσωτερική τους πολλαπλότητα εκθειάζοντάς την κι εκείνες που, αντιθέτως, επιλέγουν να την αγνοούν και να την υποτιμούν». Μιλώντας στη συνέχεια για τη σημερινή γαλλική πολιτική καυτηριάζει τη δημιουργία από τον Σαρκοζί, το 2007, υπουργείου Εθνικής Ταυτότητας, επισημαίνοντας ότι αντιφάσκει με τις αρχές του κοσμικού κράτους, και διακρίνει τις ταυτότητες σε: α) πολιτισμική (πολλαπλή), β) πολιτειακή και γ) την ταυτότητα ως «προσχώρηση σε κοινό πρόσταγμα...».

Αναφερόμενος στη σημερινή απειλή των ισλαμιστών, ο Τοντορόφ διαχωρίζει το ισλάμ (θρησκεία) από τους ισλαμιστές, τους φανατικούς θρησκευόμενους. Θεωρεί ότι οι μαχητές επωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση και την ταχύτητα της επικοινωνίας που προσφέρει το Διαδίκτυο και επισημαίνει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν βοηθά στην εξουδετέρωσή τους, μια και δεν πρόκειται για στρατό αλλά για μεμονωμένα άτομα «που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τον υπόλοιπο πληθυσμό». Η διασπορά των μαχητών σε διάφορα μέρη του κόσμου και η άγνοια για την κουλτούρα τους προξενεί φόβο στη Δύση. Ομως «ο φόβος είναι κακός σύμβουλος και πρέπει να φοβόμαστε όσους ζουν μέσα στον φόβο». Για τον Τοντορόφ η μάχη που θα δοθεί πρέπει να είναι ιδεολογική και πολιτική. «Πρέπει να καταπολεμηθούν οι πηγές αυτής της συμπάθειας [προς τους μαχητές], άρα οι όλως πραγματικές αδικίες», και παραθέτει τα λάθη τού -κατά Μπους- πολέμου κατά της τρομοκρατίας ή και κατά του κακού, και στιγματίζει την επικίνδυνη μανιχαϊστική αντίληψη, καλού - κακού. Η κριτική του στρέφεται κυρίως κατά της Αμερικής αλλά και της διστακτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία συχνά σύρεται πίσω από τις ΗΠΑ. Παρουσιάζοντας ενδελεχώς τα βασανιστήρια στο Αμπου Γκράιμπ και το Γκουαντάναμο, αλλά και το Torture Memo (2002) της αμερικανικής κυβέρνησης κάνει, μεταξύ άλλων, δύο σημαντικότατες επισημάνσεις: 1) την υιοθέτηση ολοκληρωτικών συμπεριφορών από τις δημοκρατίες χωρίς αλλαγή της γενικής δομής τους, 2) την πειραματική διαπίστωση ότι «τα ανθρώπινα όντα έχουν πάντα την τάση να απαντούν στην επιθετικότητα με ακόμα μεγαλύτερη επιθετικότητα, γιατί το κακό που υπέστησαν τους φαίνεται πάντα μεγαλύτερο από το κακό που προκάλεσαν».

Στο «Πλέοντας ανάμεσα σε σκοπέλους» ο συγγραφέας επιχειρεί να ερμηνεύσει αλλά και να κρίνει τρία διαφορετικά περιστατικά που δημιούργησαν ένταση στις ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) μουσουλμανικές κοινότητες: τη δολοφονία του σκηνοθέτη Τ. Βαν Γκογκ στην Ολλανδία, τις γελοιογραφίες του Μωάμεθ σε δανέζικη εφημερίδα και την ομιλία του πάπα Βενέδικτου του ΙΣΤ' στο γερμανικό Πανεπιστήμιο του Ράτισμπον. Ο συγγραφέας εξετάζει αναλυτικά το κάθε περιστατικό, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του για τα όρια της ελευθερίας του Τύπου, όπου καταλήγει στο συμπέρασμα πως: «η ηθική της ευθύνης αρμόζει περισσότερο στην πολιτική δράση απ' ό,τι η ηθική της πεποίθησης». Το νόημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας αναζητείται όχι μόνο στη μακραίωνη ιστορία της αλλά και στην επισήμανση της πολλαπλότητας των εθνικών παραδόσεων, τον ρόλο του Διαφωτισμού και την ευρωπαϊκή παράδοση της άσκησης κριτικής σκέψης. Θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική «την ύπαρξη [στην Ευρώπη] πολλών κρατών συγκρίσιμου μεγέθους [πράγμα που] εμποδίζει την εγκαθίδρυση μιας αυτοκρατορίας ή μιας συγκεντρωτικής εξουσίας»· υπενθυμίζει επίσης την κατά Ρουσό «γενική βούληση», η οποία ορίζεται ως ένα «άθροισμα διαφορών», μια οπτική που λαμβάνει υπόψη τις διαφωνίες, αλλά ενεργεί στο όνομα του γενικού συμφέροντος. Συνεπώς: «Η ευρωπαϊκή ταυτότητα συνίσταται ...σε έναν τρόπο αποδοχής και αξιοποίησης της πολλαπλότητας των οντοτήτων που αποτελούν την Ευρώπη». Στη συνέχεια, ο συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει τις διαφορές ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε. και να ορίσει τα σύνορα της Ευρώπης, που εν πολλοίς καθορίζονται και στα προαπαιτούμενα για τις προς ένταξη χώρες. Στα επιμέρους κεφάλαια ο Τοντορόφ διατυπώνει κάποιες προτάσεις που ο εκάστοτε ενδιαφερόμενος, είτε πρόκειται για τις ΗΠΑ, την Ε.Ε., τη Γαλλία ή τις μουσουλμανικές χώρες και τις μουσουλμανικές κοινότητες στην Ευρώπη, καλείται να μελετήσει. Συμπερασματικά διαπιστώνει πως: «Για να είναι αποτελεσματικός, ο διάλογος πρέπει να πληροί μια διπλή συνθήκη. Αφενός, πρέπει να αναγνωρίζει τη διαφορά των φωνών που συμμετέχουν σε αυτόν και να μην ορίζει προκαταβολικά ότι μία από αυτές αποτελεί τον κανόνα, ενώ η άλλη ερμηνεύεται ως παρέκκλιση ή διαφορά φάσης ή κακή θέληση». Μια επίκαιρη, βαθυστόχαστη μελέτη για τις κοινωνικές συνθήκες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, τις συλλογικές και ατομικές ταυτότητες, ελευθερίες και ευθύνες, αφιερωμένη στη μεγάλη γαλλίδα ανθρωπολόγο Ζ. Τιγιόν και στον εμβληματικό παλαιστίνιο διανοητή Ε. Σαΐντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου