Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Vaclav Havel: The ethos of resistance


Βάτσλαβ Χάβελ: Το ήθος της αντίστασης
Νίκος Χειλάς , Το Βημα, 19/12/2011, 12:36 


Ο θάνατος είναι τυφλός, αμερόληπτος, κτυπά δικαίους και αδίκους. Τα παράπονα δεν λείπουν ωστόσο όταν παίρνει τους τελευταίους. Όπως τον Βάτσλαβ Χάβελ, που απεβίωσε το πρωί της Κυριακής. «Πήρε τον λάθος άνθρωπο» έγραψε τσέχικη εφημερίδα. «Ήταν από τους λίγους δικαίους που είχαν μείνει».  Σπάνιο είδος ήταν ο Χάβελ ήδη από τα νιάτα του: Πρώτα «επαναστατημένος νέος», ύστερα αντικομφορμιστής συγγραφέας, κατόπιν πολιτικά «αντιφρονών». Έτσι έμεινε μέχρι και την πτώση του καθεστώτος του υπαρκτού σοσιαλισμού, το 1989.  Ύστερα βέβαια, η εικόνα του αντικομφορμιστή άρχισε να ξεφτίζει - για να μετατραπεί με τον καιρό σε σκέτη καρικατούρα.

Ο Χάβελ πήρε τότε το όνομα, το «πρόσωπο της Τσεχοσλοβακίας». Και όχι άδικα. Κανείς άλλος δεν προσωποποιούσε όπως αυτός τη «βελούδινη επανάσταση» του 1989. Κανείς άλλος δεν υπόφερε τόσο στωϊκά τις κακουχίες και τις φυλακίσεις την περίοδο 1977-89. Και κανείς άλλος επίσης δεν ήταν τόσο αγαπητός στους συμπατριώτες του, όσο εκείνος.  «Σε έκλεισαν σε ένα κλουβί, σε φυλάκισαν Βατσλάκι Χάβελ» τραγουδούσαν τα εξεγερμένα πλήθη στην κεντρική πλατεία της Πράγας Βέντσελ. Αμέσως μετά ακολουθούσε το σύνθημα: «Ο Χάβελ στον πύργο» (σ.σ.: το προεδρικό μέγαρο) - κάτι που έγινε πραγματικότητα στις αρχές του 1990 με την εκλογή του σε πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας.

 Ο Χάβελ ήταν «απολιτικός» πολιτικός, και πάντως όχι επαγγελματίας του κλάδου. Χωρίς να είναι ηθικολόγος, έβαζε πάνω από όλα την ηθική - σε πολιτική, οικονομία, κοινωνία, ατομική ζωή. Αυτό ήταν ίσως που του επέτρεψε να επιβιώσει τα χρόνια της «γραφειοκρατικής χολέρας». Και αυτό ήταν επίσης που του επέφερε τον τιμητικό τίτλο του μοντέρνου «Σωκράτη».

 Πρακτική ηθική, που μπορούσε να εφαρμόσει πολύ πιο εύκολα, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Αυτή εκφραζόταν τόσο μέσα από θεατρικά έργα, που είχαν στο επίκεντρο το «Παραλογιστάν» - το «σοσιαλιστικό» κράτος του παράλογου - και ως εκ τούτου κατατάσσονταν δικαίως στο θέατρο του παράλογου. Όσο και μέσα από τα δοκίμιά του, που είχαν ως αντικείμενο, δίπλα στις κρατικές Αρχές, και τον κομφορμισμό των συμπολιτών του.

 Η βάση της ηθικής του ήταν η αλήθεια. Αυτή που είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στο δοκίμιό του «Προσπάθεια, να ζήσουμε μέσα στην αλήθεια» αναλύει, ότι η εξαφάνιση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην κρατική καταπίεση, αλλά και στην ενδοτικότητα των συνοδοιπόρων, οι οποίοι λένε εθελούσια «ναι» στην ταπείνωση, όσο αυτή δεν είναι βάναυση. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα γι αυτό:

 «Ο διευθυντής ενός μανάβικου έβαλε στη βιτρίνα του μαγαζιού, ανάμεσα στα κρεμμύδια και τα καρότα, ένα πανό με την επιγραφή „Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!“. Γιατί το έκανε άραγε; Τι ήθελε να μας πει με αυτό; Είναι πραγματικά ο ίδιος τόσο ενθουσιασμένος με την ιδέα της ένωσης των προλετάριων όλων των χωρών; Το κάνει μήπως, επειδή δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά, αν θέλει να επιβιώσει; Αν πάντως διέταζε κανείς το μανάβη, να βάλει στη βιτρίνα το σύνθημα „Φοβάμαι και γι αυτό είμαι πειθήνιος χωρίς όρους“, μάλλον θα αρνιόταν να εκθέσει δημόσια ένα τόσο ρητό μήνυμα του εξευτελισμού του».

Όταν έγινε ωστόσο ο ίδιος εξουσία, τα πράγματα άλλαξαν. Ο Χάβελ επέλεξε ως πρότυπο τη Δύση. Αυτό εδραίωσε το σύστημα των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών. Από την άλλη στρατολόγησε συνεργάτες, οι οποίοι επιδίωκαν μια επιστροφή στην καπιταλιστική «άγρια Δύση». Παράδειγμα, ο πρώτος υπουργός οικονομικών και νυν πρόεδρος της χώρας Βάτσλαβ Κλάους, ο οποίος ήδη το 1989 καμάρωνε στο φουαγιέ του θεάτρου «Laterna Magica» (όπου έδιναν τις συνεντεύξεις τους οι αντιφρονούντες) ότι είναι πιο ακραίος θιασώτης της ελεύθερης αγοράς από την τότε βρετανίδα πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ.

 Το υπόλοιπο ήταν πούρα παλινόρθωση: Τα ιστορικά παλάτια και τεράστιες εκτάσεις γης επιστράφηκαν στους αριστοκράτες πρώην κατόχους τους, η κρατική περιουσία ιδιωτικοποιήθηκε πλήρως, η Τσεχοσλοβακία, ή μάλλον η Τσεχία, που χωρίστηκε το 1993 από την Σλοβακία, προσχώρησε στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εξαγγελία του - στον πρώτο λόγο του μετά την εκλογή του σε πρόεδρο - :«Θέλουμε να φτιάξουμε ένα κράτος του πνεύματος», παράμεινε φραστική φούσκα.

 Ο Χάβελ ίσως να μην ήξερε ότι η ηθική, ως προκαπιταλιστική επινόηση, λειτουργεί στον καπιταλισμό όχι ως οργανικό στοιχείο του, αλλά ως στρατηγική επιβίωσης φερμένη «απ΄ έξω», ως σανίδα σωτηρίας σε ένα εντελώς αμοραλιστικό σύστημα.

 Αλλά και να το ήξερε, δεν θα τον βοηθούσε πολύ. Η αδιάκοπη προσπάθειά του να δώσει μια ηθική διάσταση στις ενέργειες του, προσέκρουε συνεχώς στην πραγματικότητα.

 Αυτό αποτυπώθηκε κατά τον πιο μακάβριο τρόπο στην υποστήριξη που έδωσε στην αεροπορική εισβολή κατά της Γιουγκοσλαβίας και στους δύο πολέμους στο Ιράκ, αλλά και στην επιλογή των προσωπικών του φίλων, στους οποίους συγκαταλέγονταν οι δυο αμερικανοί πρόεδροι Τζωρτζ Μπους - πατέρας και γιος.

 Στο τέλος, μην μπορώντας να συμβάλει με πρακτικές προτάσεις στην επίλυση των πολιτικών προβλημάτων, κατέληξε σε εκείνο που απεχθανόταν περισσότερο από όλα τα άλλα: την ηθικολογία. Το κοινό έπαψε να τον παίρνει στα σοβαρά. Κι αυτός ήταν και από τους βασικούς λόγους που δεν ξανάβαλε το 2003 υποψηφιότητα για την προεδρία.

 Αλλά και ο ίδιος είχε καταλάβει, ότι κάτι δεν πάει καλά. «Ήθελα το κράτος του πνεύματος. Και μου βγήκε ένα κράτος γεμάτο αετονύχηδες και μαφιόζους» δήλωσε κάποτε με πικρία. Η μεταμέλειά του ήρθε ωστόσο αργά, αφότου δηλαδή είχε εγκαταλείψει οριστικά την ενεργό πολιτική.

 Παρόλα αυτά, ο Χάβελ δεν έθεσε ποτέ υπό αίρεση το συνολικό του έργο. «Η κεντρική κατεύθυνσή του συνεχίζει να ισχύει» συνήθιζε να λέει.

 Αν εννοούσε με αυτό την κατάκτηση της πολιτικής ελευθερίας, δεν είχε καθόλου άδικο. Σε ότι αφορά όμως τις δυο άλλες κεντρικές αξίες της νεότερης εποχής - ως κληροδότημα της γαλλικής επανάστασης - ήτοι την ισότητα και την αδελφότητα (ή, την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως θα λέγαμε σήμερα) έπεσε εντελώς έξω. Η Τσεχία (όπως και η Σλοβακία) δεν διαφέρουν πλέον σε τίποτα από τους άλλους κρίκους στην αλυσίδα του καπιταλιστικού «Παραλογιστάν».

 Αυτό που μένει είναι λοιπόν η στάση του την περίοδο της μετασταλινικής γραφειοκρατίας. Και μια έφεση για αλήθεια, που επιδίωξε να εφαρμόσει - με διαφορετική εκάστοτε επιτυχία - και στα δυο κοινωνικά καθεστώτα, που έτυχε να ζήσει.

 Κυρίως όμως το ήθος της αντίστασης, που δεν μπορεί να το μιμηθεί ο καθένας - κάνει όμως τουλάχιστον και στον τελευταίο μανάβη ξεκάθαρο, ποια είναι τα κάθε φορά όρια του, και πως θα μπορούσε ενδεχομένως να τα ξεπεράσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου